Παρασκευή

Η Μητρόπολη Λάρισας εισπράττει ενοίκια από ξένη περιουσία επί πέντε χρόνια!


Περίπου 3 εκατ. ευρώ μέσα σε πέντε χρόνια εκτιμάται ότι έχει προσποριστεί η Μητρόπολη Λάρισας από τη διαχείριση του Κληροδοτήματος Ιωάννας Κρίκκη, το οποίο με δικαστική απόφαση δεν της ανήκει! Το κληροδότημα ανήκει με δικαστική απόφαση του 2011 στο Ορφανοτροφείο Αρρένων Λαμίας, αλλά ακόμη και η νέα διοίκησή του επιτρέπει στη Μητρόπολη Λάρισας να το διαχειρίζεται...
Η υπόθεση (που μυρίζει γραφειοκρατική μούχλα και όχι μόνο...) ξεκίνησε το 1987, όταν απεβίωσε η Ι. Κρίκη. Στη διαθήκη της, που συντάχθηκε το 1982, επιθυμούσε η περιουσία της να περιέλθει στο Ορφανοτροφείο Λάρισας, να εκποιηθεί και με τα χρήματα αυτά να προικιστούν 40 κοπέλες του Ορφανοτροφείου. Πρόκειται για α) εξαώροφη πολυκατοικία στην Αθήνα (Γκύζη) με 12 διαμερίσματα, 4 ισόγεια καταστήματα, 1 υπόγειο γκαράζ αυτοκινήτων, β) οικόπεδο στον Πλαταμώνα 704 τ.μ. και γ) αγροτεμάχιο στον Πλαταμώνα 124 τ.μ. Όλα αυτά τα διεκδικούσε η Μητρόπολη Λάρισας.
Το 1987 στη Λάρισα λειτουργούσε το Εθνικό Ορφανοτροφείο Θηλέων Λαρίσης, που μετατράπηκε στη συνέχεια σε Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Θηλέων Λάρισας. Το 1999 το Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Θηλέων Λάρισας καταργήθηκε και υπήχθη στο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Λαμίας. Σήμερα μετά από πολλές καταργήσεις και συγχωνεύσεις ανήκει στο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας - Παράρτημα Προστασίας Παιδιού Φθιώτιδας (Ορφανοτροφείο Αρρένων Λαμίας).
Από την πλευρά της η Μητρόπολη Λάρισας (έχοντας ως δικηγόρο τον δικηγόρο της θανούσης!) ισχυρίσθηκε το 1987 ότι η σωστή η διαθήκη της Ι. Κρίκκη συντάχθηκε το 1984 και ότι το κληροδότημα ανήκει στη Μητρόπολη. Το 2005 η Μητρόπολη Λάρισας ανακοίνωσε την ανέγερση κτηρίου που θα στεγάσει μελλοντικά το Κρίκκειο Εκκλησιαστικό Ορφανοτροφείο, ενώ ενέταξε το ορφανοτροφείο και σε ένα Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Επενδύσεων Κοινοτικών Πόρων τύπου ΕΣΠΑ (7.8.2007), αλλά με διαφορετική ονομασία: Ορφανοτροφείο Θηλέων - συνοικία Ανθούπολης Θεσσαλίας.
Όμως τόσο η απόφαση του Πρωτοδικείου το 2008 όσο και αυτή του Εφετείου το 2011 (Εφετειακή Απόφαση 3766/8.3.2011) αναγνώρισαν ότι η κληρονομιαία περιουσία της εκλιπούσης Ιωάννας Κρίκκη περιέρχεται στο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Λαμίας (Ορφανοτροφείο Λαμίας), που σήμερα, μετά από συγχωνεύσεις, υπάγεται στο υπουργείο Εργασίας.
 

Θ. Μιχελής: Πέντε χρόνια αμέλησαν οι διοικήσεις του ορφανοτροφείου

Όμως, όπως αποκαλύπτει σε ερώτησή του ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Θανάσης Μιχέλης, «από τη λήξη της δικαστικής διαμάχης (08.03.2011) έως σήμερα το Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Λαμίας δεν έχει προσποριστεί κανένα χρηματικό ποσό από τα ενοίκια της ιδιοκτησίας του, τα οποία εισπράττονται από τη Μητρόπολη Λάρισας»!. "Οι διοικήσεις του ορφανοτροφείου και οι αρμόδιες υπηρεσίες όποτε θέλησαν να ασχοληθούν με το θέμα προσέκρουσαν στην αντίδραση της μητρόπολης, ενώ μερίδα των ανωτέρω αμέλησε εντελώς τη διερεύνηση του ζητήματος, τονίζει.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ρωτά τους υπουργού Εργασίας και Οικονομικών:
1) Γιατί έως σήμερα οι διοικήσεις του υπουργείου και του ορφανοτροφείου δεν φρόντισαν για την αποδοχή, καταγραφή, μεταγραφή και δήλωση του Κληροδοτήματος Ιωάννας Κρίκκη στο Εθνικό Κτηματολόγιο; Θα ελεγχθεί η διοίκηση του Ορφανοτροφείου Λαμίας;
2) Ισχύουν τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για εισπραχθέντα ενοίκια της Μητρόπολης Λάρισας από το κληροδότημα Κρίκκη πάνω από 1 εκατ. ευρώ; Τι ενέργειες θα γίνουν για την απόδοση του συγκεκριμένου ποσού στο Κέντρο Προστασίας Παιδιού Φθιώτιδας;

Η μικρή-μεγάλη ιστορία των καταλήψεων στην Ελλάδα


“Ποτέ τα σπίτια των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά και οι άνθρωποι τόσο µακριά”

Με τα λόγια αυτά ξεκινάει ένα από τα αναρτημένα κείµενα στο µπλογκ τής κατάληψης του κτήµατος Πραπόπουλου στο Χαλάνδρι. Και είναι πραγµατικά αυτό που περισσότερο θα µπορούσε να απεικονίσει τη σηµερινή εικόνα των µεγαλουπόλεών µας, αλλά και το κίνητρο μερικών ανθρώπων που αναλαµβάνουν να την άρουν, επιχειρώντας να καταργήσουν τον ατοµισµό και τον φόβο απέναντι στον άλλον, δηµιουργώντας χώρους ελεύθερους και ελευθερίας, χώρους συνύπαρξης, χώρους αυτονομίας και ισότητας, χώρους πρασίνου,δίνοντας νέα πνοή σε κτίρια εγκαταλελειμμένα κυριώς από το κράτος.

Εκτός από το νοίκι υπάρχει και η κατάληψη

Η κατάληψη είναι μία πρακτική που συναντάται από πολύ παλιά, από τότε που άδεια κτίρια ή αχρησιμοποίητη γη αφήνονταν στην εγκατάλειψη και τον µαρασµό από τους ιδιοκτήτες. Ήδη από το 1649 οι Diggers στην Αγγλία καταλάµβαναν ακαλλιέργητες εκτάσεις µε σκοπό να τις καλλιεργήσουν από κοινού, δηλώνοντας ότι: «η γη είναι ένα θησαυροφυλάκιο που ανήκει σε όλους».

Στις δυτικές κοινωνίες η πρακτική τής κατάληψης κατευθύνεται στην κατάληψη στέγης από ένα ευρύ φάσµα ανθρώπων, ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα. Οι λόγοι που οδηγούν στην κατάληψη κτιρίων µπορεί να είναι είτε καθαρά λόγοι επιβίωσης, όπως στην περίπτωση αστέγων, µεταναστών και οικονοµικά ασθενέστερων στρωµάτων, είτε περισσότερο πολιτικοί, από κοινωνικές οµάδες που επιθυµούν να δηµιουργήσουν αυτόνοµες κυψέλες ζωής µακριά από τις λογικές τού κέρδους.

Στην Ελλάδα, πέρα από τις περιορισµένες καταλήψεις στέγης τη δεκαετία τού ’80, η πρακτική αυτή κινήθηκε κυρίως στη δηµιουργία κοινωνικών κέντρων-στεκιών.

Οι καταλήψεις στέγης στην Ελλάδα δεν γνώρισαν την άνθιση που γνώρισαν σε άλλες δυτικές χώρες για πολύ συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι άπτονται των συνθηκών ανάπτυξης των ελληνικών πόλεων και της μεγέθυνσης της μικροϊδιοκτησίας σπιτιών. Παρόλα αυτά κατά καιρούς έχουν δημιουργηθεί καταλήψεις στέγης, οι ποίες γίνονται από μικρές ομάδες, όχι μόνο πολιτικοποιημένων ανθρώπων, αλλά και από ανθρώπους που έμειναν άστεγοι ή δεν έχουν τα χρήματα να νοικιάσουν ένα σπίτι όπως πχ μετανάστες.
 
Δεκαετία 1980. Το inter-rail και το magic bus μας φέρνουν καταλήψεις.

Το inter-rail στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν ο πιο διαδεδομένος τρόπος να ταξιδεύσει κάποιος νέος άνθρωπος στην Ευρώπη με τραίνο. Πλήρωνες ένα εισιτήριο το οποίο κόστιζε γύρω στις 30 χιλιάδες δραχμές και μπορούσες να ταξιδέψεις απεριόριστα σε όλες τις χώρες της τότε Δυτική Ευρώπης (εκτός ανατολικού μπλοκ δηλαδή), όσες φορές ήθελες στη διάρκεια ενός μήνα. Άλλος ένας διαδεδομένος τρόπος ήταν το magic bus. Σε σχέση με το Inter-rail, το magic bus ( το οποίο ήταν λεωφορείο) πήγαινε σε τρεις συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πόλεις, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Βερολίνο (όπως λέει και το γνωστό τραγούδι των “Τρύπες”). Σε αυτές τις τρεις πόλεις ήταν ανεπτυγμένο και το μεγαλύτερο κίνημα των καταλήψεων κτιρίων, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Πολλοί/ες Έλληνες/ίδες νεολαίοι/ες, τα “φρικιά”, οι “χίππηδες”, οι “πάνκιδες” της εποχής μέσω αυτών των φτηνών σχετικά μέσων μεταφοράς αρχίζουν και ταξιδεύουν στις ευρωπαϊκές πόλεις του Βορρά με κυριότερο προορισμό τις τρεις προαναφερθείσες πόλεις. Γνωρίζουν τις καταλήψεις, τους ανθρώπους που τις έχουν δώσει ζωή, βλέπουν ένα νέο τρόπο κοινοτικής διαβίωσης και ένα μέσο πολιτικής στέγασης ιδεών και ανθρώπων.

Η πρώτη κατάληψη με αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αργεί. Το1981 λίγες μέρες μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, γίνεται η πρώτη κατάληψη κτιρίου στην Ελλάδα με σκοπό να γίνει κατάληψη στέγης και κοινωνικό κέντρο. Φυσικά δεν είναι τυχαία η επιλογή της περιοχής μιας και πρόκειται για τα Εξάρχεια και τη κατάληψη της Βαλτετσίου όπως θα γίνει γνωστή από την αντίστοιχη οδό που βρίσκεται το κτίριο. Η κατάληψη της Βαλτετσίου αποτέλεσε επίκεντρο πολλών αντικρατικών δραστηριοτήτων.

Στις 17 Noέμβρη ΄81 κυκλοφόρησε από τους καταληψίες προκήρυξη η οποία ανέφερε: “Αρνούμαστε τον κόσμο της μισθωτής σκλαβιάς και της κουλτούρας που έχει σαν αποτέλεσμα τον ευνουχισμό των επιθυμιών μας και την διαιώνιση της μιζέριας και της μοναξιάς. Είμαστε αποφασισμένοι να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας… Όσον αφορά την κατηγορία για τη διατάραξη της κοινής ησυχίας έχουμε να δηλώσουμε ότι είμαστε αποφασισμένοι να διαταράξουμε τον αλλοτριωτικό εφησυχασμό νεκροταφείου που καθημερινά προσπαθούν να επιβάλουν στην κοινωνία. Τέλος όσο για την αναζήτηση ηθικών αυτουργών και κάποιων δήθεν υπευθύνων για τις καταλήψεις, η αναζήτηση αυτή δεν αποτελεί παρά ένα ευτελές και ύπουλο τέχνασμα του κράτους για να εθελοτυφλεί μπροστά στη ρητή, δική μας προσπάθεια να ζήσουμε αυτοοργανωμένα χωρίς το διαχωρισμό που επιβάλλει και αναπαράγει σε αυτήν την κοινωνία ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές, σε αρχηγούς και πρόβατα…”.

Η κατάληψη της Βαλτετσίου από την αρχή, “φωτογραφίζεται” από το κράτος και τα μ.μ.ε. της εποχής σαν “ χώρος ανομίας και χρήσης ναρκωτικών ουσιών” και αν αυτό σας θυμίζει το σήμερα, μην απορείτε, ανέκαθεν η διαλεκτική του κράτους ήταν φτωχή σε επιχειρήματα και πλούσια σε  συκοφαντίες. Με αφορμή αυτές τις συκοφαντίες κυκλοφορεί μία από τις πρώτες και  τις πιο γνωστές αφίσες του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα, η οποία με μεγάλα γράμματα φωνάζει: “Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη”. Η κατάληψη της Βαλτετσίου ( από την οποία πέρασαν μεταξύ των άλλων ο Νικόλας ο Άσιμος και η Κατερίνα Γώγου) καταστέλλεται μετά από λίγους μήνες με επέμβαση των μπάτσων, οι καταληψίες ξυλοκοπούνται και συλλαμβάνονται. Ανάμεσα τους και αρκετού σύντροφοι οι οποίοι τα κατοπινά χρόνια  έλαβαν και το κρατικό παρατσούκλι “συνήθεις ύποπτοι” για τρομοκρατία. Ένας από αυτούς ο Θόδωρος Πισιμίσης, καταδικασμένος σε πολλούς μήνες φυλακή για τη κατάληψη της Βαλτετσίου δηλώνει στο δικαστήριο: “δεν είμαι περαστικός. Είμαι αναρχικός”.

Τα ερειπωμένα κτίρια  που ξαναζούν

Την ίδια χρονιά, γίνεται άλλη μία κατάληψη  στην Αθήνα στο Νέο Ηράκλειο  από νεολαίους που συχνάζουν στη πλατεία της περιοχής, η “Βίλα Στέλλα”. Ένας από αυτούς θυμάται:

“ Το χειμώνα δεν μπορούσαμε να αράζουμε στην πλατεία. Στις καφετέριες επίσης δεν πηγαίναμε και γιατί δεν ήμασταν γενιά της κατανάλωσης στη διασκέδαση αλλά και γιατί για να κάτσουμε τις ώρες που θέλαμε εμείς έπρεπε να παραγγείλουμε τουλάχιστον 2-3 πράγματα και λεφτά δεν έπαιζαν. Είχαμε ανάγκη από ένα στέκι, να υπάρχουμε κάπου. Την πρώτη μέρα της κατάληψης ήρθε κι ο Άσιμος τυλιγμένος με μια κουβέρτα. Μερικές μέρες μετά ήρθε ο Δήμος και γκρέμισε το πάτωμα της Βίλας για να μας διώξουν. Η απάντησή μας; Νέα κατάληψη στην Καθολική Σχολή δίπλα από το 1ο Λύκειο. Εκεί ήρθε ο Σαββόπουλος να μας επισκεφτεί και του λέει κάποιος από την παρέα: “μας έδωσες πολλά, τώρα δεν έχεις τίποτα να μας πεις, σήκω και φύγε”. Διαλύθηκε κι αυτή η κατάληψη μετά από μερικές ημέρες από τα ΜΑΤ κι με ένα καλό κούρεμα στα μαλλιά που το έφαγαν τα 7-8 άτομα που ήταν εκείνη τη στιγμή μέσα και συνελήφθησαν”.

Δεν αργούν να  γίνουν καταλήψεις και σε πόλεις εκτός Αθήνας όπως η Θεσ/νίκη, ενώ τα “πρωτεία” στην επαρχία τα παίρνει η πόλη που ζούμε, το Ηράκλειο Κρήτης.

Το 1982, άνθρωποι που κινούνται στον αναρχικό χώρο καταλαμβάνουν το εγκαταλελειμμένο πρώην νοσοκομείο “Πανάνειο”. Η κατάληψη του “Πανάνειου” αποτελεί το πρώτο θέμα στις τοπικές εφημερίδες που δεν υστερούν σε χαρακτηρισμούς για τους καταληψίες (πρεζάκιδες, μαλλίαδες,αναρχικοί τρομοκράτες). Αποτέλεσμα η καταστολή και η σύλληψη αρκετών καταληψιών, τέσσερις από τους οποίους καταδικάζονται σε πολύμηνη φυλάκιση για την αναγραφή αναρχικών συνθημάτων σε τοίχους της πόλης και τη κατάληψη του ερειπωμένου πρώην νοσοκομείου που παραμένει ερειπωμένο και μισογκρεμισμένο μέχρι σήμερα. Η επόμενη κατάληψη κτιρίου θα γίνει το 1985 πάλι στα Εξάρχεια  σε ένα κτίριο στη Χαρίλαου Τρικούπη, η οποία θα εκκενωθεί και αυτή μερικούς μήνες μετά.

Οι καταλήψεις ήρθαν για να μείνουν

Το 1988 γίνεται η κατάληψη του κτιρίου αριθμός 37 της οδού  Λέλας Καραγιάννη στη Κυψέλη, η οποία είναι η μακροβιότερη κατάληψη στην Ελλάδα και την οποία πρόσφατα το κράτος επιχείρησε να εκκενώσει “τρώγοντας τα μούτρα του”.

Ακολουθεί λίγο αργότερα η κατάληψη “ Πάτμου και Καραβία” στα Πατήσια  Πρόκειται για ένα κτήµα τριών στρεµµάτων µε κτίσµα των αρχών τού 20ού αιώνα, ιδιοκτησίας τού Οργανισµού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ). Για την επίλυση του σοβαρότατου στεγαστικού προβλήµατος των σχολείων τής περιοχής, ο ΟΣΚ αποφάσισε, το 1988, να οικοδοµήσει σχολικό συγκρότηµα στο κτήµα. Υπολόγισαν όµως χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί ήταν οι κάτοικοι της περιοχής, πολλοί µε παιδιά σχολικής ηλικίας, που εναντιώθηκαν. Το γιατί είναι προφανές για όποιον έχει περάσει έστω και µια φορά από τα Πατήσια. Το κτήµα, παρ’ όλο που δεν ήταν προσβάσιµο στη γειτονιά και παρ’ όλη την εγκατάλειψή του, αποτελούσε ανάσα για τους κατοίκους, οι οποίοι και είχαν υποδείξει διπλανό, επίσης εγκαταλελειµµένο χώρο, για την ανέγερση σχολείου. Οι υποδείξεις δεν έπιασαν τόπο, ο εργολάβος είχε εγκατασταθεί στον χώρο, οι µπουλντόζες είχαν παραταχθεί, τότε οι κάτοικοι ζήτησαν τη συνδροµή των πιο πολιτικοποιηµένων ανθρώπων τής περιοχής, του “Κέντρου Εναλλακτικών Κινήσεων Πατησίων”, και  προχώρησαν σε κατάληψη.

Οι συνελεύσεις που πραγµατοποιήθηκαν έθεσαν δύο ίσης βαρύτητας στόχους: να αποτραπεί η ανέγερση σχολικού συγκροτήµατος στο κτήµα και άρα η τσιµεντοποίησή του και να λειτουργήσει ο χώρος ως πολιτιστικό πάρκο από και για τη γειτονιά. Οι Πατησιώτες πέτυχαν και τα δυο. Μέσα από πολύχρονους νοµικούς αγώνες κατάφεραν να χαρακτηριστεί διατηρητέο, να ανεγερθεί σχολικό συγκρότηµα στο διπλανό οικόπεδο και να λειτουργήσει ο χώρος ως χώρος συνάντησης της γειτονιάς και όχι µόνο. ‘Ολα αυτά χρόνια το κτήµα «Πάτµου και Καραβία» συντηρείται από τους ίδιους τους κατοίκους και σε αυτό πραγµατοποιήθηκαν όλων των ειδών οι εκδηλώσεις (µουσικές, κινηµατογραφικές προβολές, θεατρικές παραστάσεις, παιδικά δρώµενα, µαθήµατα ελληνικών σε µετανάστες, µαθήµατα χορού, λαϊκή αγορά βιολογικών προϊόντων κι ό,τι άλλο βάζει ο νους).
Ιστορίες για αγρίους (με βαμμένα κόκκινα και όρθια μαλλιά)

Το 1989 γίνεται η κατάληψη κτιρίου ιδιοκτησίας του “ιδρύματος Ωνάση” στη λεωφόρο Αμαλίας, απέναντι από τις στήλες του ολυμπίου Διός και μερικά δεκάδες μέτρα από την Ελληνική Βουλή. Πρόκειται για τη πρώτη κατάληψη στην Ελλάδα που γίνεται από punks. Η κατάληψη εκκενώνεται τρεις τέσσερις μήνες μετά, αλλά οι καταληψίες δεν το βάζουν κάτω. Μετακομίζουν λίγα χιλιόμετρα, προς τη πλατεία Βικτωρίας  όπου καταλαμβάνουν το νεοκλασικό κτίριο (και πρώην σχολείο) στη συμβολή των οδών Αχαρνών και Χέϋδεν. Κρατούν την ονομασία “Βίλα Αμαλίας” από τη πρώτη κατάληψη στην ομώνυμη λεωφόρο και έτσι έχουμε τη δεύτερη μακροβιότερη κατάληψη της χώρας, την οποία μπορεί να έμαθε το πανελλήνιο μετά από την εκκένωση της πρόσφατα, αλλά η “Βίλα” (όπως είναι το “χαϊδευτικό” της) αποτελεί τη πιο γνωστή ελληνική κατάληψη παγκοσμίως, λόγω του πλήθους αυτοοργανωμένων και αντιεμπορευματικών συναυλιών με punk και hardocore συγκροτήματα από όλο τον πλανήτη, μέσα από την έμπρακτη λογική του D.I.Y. (do it for your self- κάνε το μόνος σου) την οποία η “Βίλα” πρώτη καθιέρωσε.

Εκτός της μουσικής και των συναυλιών στη “Βίλα Αμαλίας” φιλοξενούνται η θεατρική ομάδα “Μπουφονάτα” (τις παραστάσεις της οποίας έχουμε απολαύσει και στο Ηράκλειο στο πλαίσιο πολιτιστικών εκδηλώσεων τόσο της Κατάληψης Ευαγγελισμού, όσο και της εφημερίδας που κρατάτε στα χέρια σας) και η τυπογραφική κολεκτίβα “Ρότα” η οποία έχει να επιδείξει πολλές και σημαντικές κινηματικές εκδόσεις βιβλίων, μπροσούρων και αφισών με δική της τυπογραφική μηχανή και ανάλογο χώρο που στεγάζεται σε μια πρώην αποθήκη στην αυλή της κατάληψης.( η παρουσίαση των εγχειρημάτων της Βίλας σε ενεστώτα χρόνο γίνεται για τον λόγο ότι ο γράφων δεν θεωρεί παρελθόν  την ύπαρξη της ίδιας της κατάληψης, γιατί είμαι σίγουρος-και δεν αποτελεί απλά ευχή-ότι αργά ή σύντομα η Βίλα θα ξαναβρεθεί στα χέρια των πραγματικών “ιδιοκτητών” της που είναι το ανταγωνιστικό προς την πολιτική και οικονομική εξουσία κίνημα).

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έχει διαμορφωθεί μια σκληροτράχηλη, μητροπολιτική προλεταριακή γενιά, που διεκδικεί την παρουσία της στο κέντρο της αναδυόμενης μητρόπολης μ’ έναν «άγριο» συγκρουσιακό τρόπο: ο βασικός της άξονας είναι η αντίσταση απέναντι στην κρατική καταστολή που είχε ξεκινήσει με την «επιχείρηση Αρετή» στα Εξάρχεια, αλλά ουσιαστικά απ’ όλη αυτή την αντιπαράθεση αναδεικνύεται η ύπαρξη μιας νεολαίας (κάποιοι θα την ονομάσουν «άγρια») που δεν ενσωματώνεται στον σοσιαλδημοκρατικό χυλό, ο οποίος έχει αρχίσει να επιβάλλεται ποικιλοτρόπως.

Αν κι έχει τη σημασία του το πολιτιστικό υπόβαθρο (κυρίως το μουσικό, με το Punk και το Hardoce), ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο ουσιαστικά καινοτόμος χαρακτήρας για την Ελλάδα αυτών των υποκειμενικοποιήσεων: η δεξιά τις κατατάσσει στην κλασσική «αλητεία» και ζητά την άμεση καταστολή τους προς υπεράσπιση της περιουσίας των νοικοκυραίων, η αριστερά τις εντάσσει χωρίς μεγάλο δισταγμό στους «προβοκάτορες», ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση. Παράδειγμα η διοργάνωση από το υφυπουργείο νέας γενιάς του “Rock In Athens” του πρώτου μεγάλου φεστιβάλ που έγινε στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1985 με καλεσμένα μεγάλα συγκροτήματα του Punk και του New wave όπως οι Clash, Stranglers, Cure, κλπ στο οποίο ξέσπασαν μεγάλες συγκρούσεις επί δύο μέρες με την αστυνομία να τρέχει ασθμαίνουσα να “επιβάλει τη τάξη” σε εκατοντάδες punks και την “άγρια νεολαία” που χτυπά με λύσσα (αλλά και συνείδηση) τις αστυνομικές δυνάμεις.

Η μαζικότητα αυτού του ρεύματος δεν είναι μεγάλη, όμως ο δυναμικός χαρακτήρας του και κυρίως η επιμονή του να δρα στο κέντρο της μητρόπολης, το καθιστά σημαντικό παράγοντα εξελίξεων, ενώ η ουσιαστική εξαφάνιση της άκρας αριστεράς το αναδεικνύει και στον πιο ουσιαστικό εκφραστή του ανταγωνιστικού ριζοσπαστισμού πέρα της παραδοσιακής αριστεράς.

Καταστολή εσείς; Καταλήψεις εμείς.

Η καταστολή  απέναντι στον αναρχικό χώρο στα μέσα της δεκαετίας του ’80, αλλά και το διαφαινόμενο αδιέξοδο της σύγκρουσης για τη σύγκρουση, θα στρέψει ένα τμήμα του κόσμου στην ανάγκη ριζώματος στο χώρο με τη δημιουργία δομών αυοοργάνωσης κι έτσι την περίοδο 1988-1991 θα έχουμε ένα μικρό καταληψιακό κύμα: Κεραμεικού και Μυλλερού,  Φυλής και Φερρών, Ακομινάτου, κ.α..

Για τα επόμενα χρόνια οι καταλήψεις θα αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς των ρευμάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού και η ταυτόχρονη εισβολή της αστυνομίας  σε μερικές από αυτές παραμονές του εορτασμού του Πολυτεχνείου το 1994 με τη μορφή των προληπτικών συλλήψεων, θα τις ξαναφέρει στην επικαιρότητα.

Το στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων, το πολύ ενδιαφέρον πείραμα της «κολλεκτίβας Λίλη» επίσης στα Πατήσια (με την αναζήτηση στην πράξη της λύσης στο πρόβλημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) και τη κατάληψη της Φυλής και Φερρών στην οποία στεγάζεται πλέον η βιβλιοθήκη της «Λέσχης Κατασκόπων», όπως και πολλές άλλες κατά τη δεκαετία του 2000 οι οποίες λόγω περιορισμένου χώρου της εφημερίδας δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν (  “παπουτσάδικο” στο Αιγάλεω, Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά που τα καθεστωτικά μ.μ.ε. βάφτισαν “ Βίλα Κάλλας” κλπ  από τις οποίες ο γράφων ζήτα τη κατανόηση τους για τη μη αναφορά τους στο παρών κείμενο).

Εκτός της Αθήνας κατειλημμένα κτίρια ξαναποκτούν ζωή και στη Θεσσαλονίκη όπως η “Βίλα Βαρβάρα” πρώην σχολείο, που καταλαμβάνεται το 1994. Στις 6/5/1998, 150 πάνοπλοι άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων της Αστυνομίας και υπάλληλοι του δήμου Θεσσαλονίκης, την έζωσαν μεθοδικά, βάσει σχεδίου. Η κατάληψη εκείνη την ώρα φιλοξενούσε 13 νέους και έναν 80χρονο γείτονά τους, ο οποίος τον τελευταίο μήνα ζούσε μαζί τους, από τότε που κάηκε το σπίτι του και συλλαμβάνονται όλοι.  Τα επόμενα 24ωρα κάποιοι εργολάβοι άρχισαν να καταστρέφουν το κτίριο από κάτω προς τα πάνω, ενώ άγρυπνες διμοιρίες των ΕΚΑΜ παραφύλαγαν σ’ όλη την περιοχή.

Οι κάτοικοι της περιοχής είχαν αναφέρει χαρακτηριστικά στα μμε:  “Οι νέοι που εκδιώχθηκαν από εκεί, διέσωσαν κατ’ αρχήν το εγκαταλελειμμένο κτίριο από τη φθορά και την κατάρρευση. Το συντήρησαν όσο καλύτερα μπορούσαν και με δικά τους έξοδα το κράτησαν ζωντανό, κατοικώντας μέσα σ’ αυτό για πολλά χρόνια, με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Πέρα όμως από την κάλυψη του κοινωνικού προβλήματος της στέγασης ορισμένων νέων, η Βίλα Βαρβάρα έγινε σταδιακά χώρος ενός εναλλακτικού τρόπου έκφρασης, που δεν σημαίνει ότι πρέπει να συντριβεί επειδή είναι απλώς διαφορετικός. Πολιτικές συζητήσεις, κινηματογραφικές ταινίες, μουσικά φεστιβάλ, εκθέσεις βιβλίων και κάθε είδους πολιτιστικές εκδηλώσεις μετέτρεψαν ένα άδειο κτίριο σε πολιτιστικό στέκι, λειτουργώντας έξω από τις παγιωμένες συνήθειες της ελεγχόμενης και συμβατικής παραγωγής πολιτισμού.”

Άλλες καταλήψεις στη Θεσσαλονίκη είναι η “Δέλτα” (που εκκενώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2012) η Terra Incognita, η Φάμπρικα ΥΦΑΝΕΤ, η κατάληψη Ορφανοτροφείου κ.α.
Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα. Καταλήψεις στην Επαρχία

Το “μικρόβιο” των καταλήψεων δεν προσέβαλλε μόνο τα ανυπόταχτα μυαλά των νέων της Αθήνας.

Στην αυγή της νέας χιλιετίας δεκάδες εγκαταλελειμμένα κτίρια ανοίγουν τα ερμητικά κλειστά παράθυρα και πόρτες τους για να στεγάσουν τα όνειρα και τις επιθυμίες ενός κόσμου που δεν του αρκεί να ζει μια επιβαλλόμενη κανονικότητα από το κράτος, το καταναλωτικό life-style και τη χαζοχαρούμενη κενή ζωή που προωθούν τα τηλεοπτικά “πρωινάδικα” των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών.

Γεννιούνται καταλήψεις στο Ηράκλειο ( Κατάληψη Ευαγγελισμού, Αυτοδιεχειριζόμενη Εστία, και η κατάληψη του ΠΙΚΠΑ που εκκενώθηκε πριν τρία χρόνια), στα Χανιά (Rosa Nera), στη Πάτρα (Μαραγκοπούλειο, κατάληψη Παραρτήματος), στο Βόλο (κατάληψη Ματσάγγου), στα Γιάννενα, στο Αγρίνιο κλπ.

Κάθε τέλος αποτελεί και αρχή για κάτι νέο.

Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι απ’ αυτή την ιστορία αυτό είναι σίγουρα η πρόταση μιας άλλης άποψης για την καθημερινή ζωή στη πόλη και η απόδειξη πως κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει και στην πραγματικότητα. Μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούν (και κυρίως θέλουν) να ζήσουν μαζί, καταλαμβάνουν ένα άδειο σπίτι και ξεκινούν την περιπέτειά τους. Πολλές είναι οι επιθέσεις της αστυνομίας σε κατειλημμένα σπίτια και εκατοντάδες οι κατά καιρούς συλλήψεις. Όμως παρ’όλα αυτά κάποιες καταλήψεις άντεξαν μέχρι τώρα στον πόλεμο, ενώ ξεκινούν και νέες, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το πραγματικά αξιοθαύμαστο κοινωνικό φαινόμενο έχει ρίξει πια βαθιές ρίζες στην Ελλάδα, κι όσο κι αν λυσσάει και αφρίζει το κράτος, δεν θα μπορέσει να τις ξεριζώσει.

Όσοι, λοιπόν, θεωρούν απαράδεκτο το φαινόμενο να υπάρχουν άστεγοι, όσοι θεωρούν τις καταλήψεις σπιτιών από τους αστέγους σαν παράδειγμα προς μίμηση, όσοι θέλουν να ζουν ένα τρόπο ζωής έξω από τη καταναλωτική ψευδαίσθηση και την διασκέδαση- πασαρέλα, όσοι συνειδητοποιούν το μίσος των φασιστών ενάντια στους καταληψίες, θα κάνουν πράγματι κάτι σημαντικό στην ζωή τους αν συμπαρασταθούν και σταθούν αλληλέγγυοι στις εκάστοτε καταλήψεις των πόλεων που ζουν. Γιατί η οικονομική επίθεση που δεχόμαστε και τα βίαια μέτρα που παίρνονται ενάντια στους εκμεταλλευόμενους δημιουργούν νέες δυνατότητες συνδέσεων και κυκλοφορίας πρακτικών αντίστασης. Αυτός είναι ένας από τους λόγους, που οι ήδη κατειλημμένοι χώροι μπαίνουν στο στόχαστρο της καταστολής επίσημα ως κομμάτι της “πάταξης της ανομίας”.

Αυτός, όμως, είναι και ένας από τους βασικότερους λόγους, για τον οποίο θα υπερασπιστούμε τις καταλήψεις, ως ένα ακόμα ανάχωμα στην υποτίμηση της ζωής μας και ένα μπλοκάρισμα στη συνολική αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων που επιχειρείται. 
Ευάγριος Αληθινός

[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμου Άπατρις, φύλλο 21 Απρίλης 2013 που κυκλοφορεί στη Κρήτη.]

...

*  Για τη συγγραφή του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν εκτενή αποσπάσματα από το κείμενο του σ. Παναγιώτη Καλαμαρά “καταλήψεις στέγης και κοινωνικά κέντρα” (εισήγηση στα πλαίσια ημερίδας για την παρουσίαση της ελληνικής συμμετοχής στην 9η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία Γενάρης 2005).

Και αποσπάσματα από δημοσιεύσεις στο “Αναρχικό δελτίο” (Νοέμβρης 2005), στην εφημερίδα “Εστία Ανομίας” (Θεσ/νίκη Γενάρης 2013 έκδοση της κατάληψης Φάμπρικα ΥΦΑΝΕΤ και αλληλέγγυων) και στο Athens.indymedia.org

Οι καταλήψεις έχουν τη δική τους ιστορία


sxoleio_580.jpg
Στην Ελλάδα το φαινόμενο των καταλήψεων εμφανίστηκε τη δεκαετία του ’80 και ακολούθησε χρονικά το ρεύμα που είχε αναπτυχθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη μετά την πολιτική και κοινωνική κρίση του Μάη του ’68. Στη Θεσσαλονίκη καταγράφονται από το 1981 και σήμερα έξι συνολικά εξακολουθούν να είναι ενεργές. Με την πολιτεία να δείχνει φανερά την επιθυμία να ξεκαθαρίζει με το θέμα απομακρύνοντας τους καταληψίες, το “πρόβλημα” ήρθε ξανά στην επιφάνεια με την επέμβαση των ΜΑΤ στη βίλλα Αμαλία, στην Αθήνα.
Η δεκαετία του ’70 στην Ευρώπη χαρακτηρίστηκε από την αμφισβήτηση των κατεστημένων θεσμών και αξιών και επηρεάστηκε από τις ιδέες του αναρχικού κινήματος. Στη Γερμανία, τη Δανία, την Ολλανδία και την Ιταλία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά καταλήψεις κτιρίων – άδειων και σε αχρησία τα περισσότερα – κυρίως για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών των καταληψιών που αμφισβητούσαν έτσι τον τρόπο οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας. Οι καταλήψεις οργανώνονταν σε αυτόνομες κοινότητες, οι αποφάσεις λαμβάνονταν μέσω συνελεύσεων και γίνονταν πολιτικές ζυμώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Ιταλία και την Αγγλία καταγράφηκαν και μαζικές καταλήψεις κτιρίων από ομάδες αστέγων χωρίς κάποιο ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο.
Εδώ και 30 χρόνια
Το 1981 μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου – με τον οποίο συνδέθηκαν οι περισσότερες καταλήψεις – κάνουν κατάληψη σε κτίριο της οδού Βαλτετσίου στα Εξάρχεια της Αθήνας, στο κτήμα Δρακοπούλου στα Πατήσια, στο κτίριο του Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη και στη Βίλλα Στέλλα στο Ηράκλειο. Στη Θεσσαλονίκη γίνεται κατάληψη και στο κτίριο της πρώην Σχολής Κωφαλάλων, επί της Βασιλέως Γεωργίου 25, όπου σήμερα λειτουργεί μπαρ – καφέ. Οι καταλήψεις μετά από μερικούς μήνες «σπάνε» με την επέμβαση της αστυνομίας και εμφανίζονται ξανά μετά από μια πενταετία. Στην Αθήνα είναι η κατάληψη της Χαριλάου Τρικούπη 91 και στη Θεσσαλονίκη φοιτητές «μπαίνουν» στο Μανδαλίδειο Μέγαρο του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου, που μέχρι πρόσφατα στέγαζε τη Σχολή Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ επί της Λεωφόρου Νίκης.
Ο Γρηγόρης Τσιλιμαντός, μέλος της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης στη Θεσσαλονίκη, συμμετείχε στις πρώτες καταλήψεις που έγιναν στην πόλη. Όπως μας λέει, τα κίνητρα των καταληψιών ήταν αμιγώς πολιτικά. Η άνοδος του τότε ΠΑΣΟΚ, η λεγόμενη «αφομοίωση» πολιτικών αιτημάτων της Αριστεράς και της άκρας Αριστεράς, η ισχυροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος και οι πρακτικές του εξωτερικού δημιούργησαν, όπως λένε οι πρωταγωνιστές της εποχής, ένα ισχυρό ρεύμα αντίδρασης που εκφράστηκε με τις καταλήψεις κτιρίων: «Οι πρώτες καταλήψεις είχαν σκοπό να βγάλουν έναν κοινωνικό αντίλογο. Θέλαμε να δημιουργήσουμε ένα πολιτικό – επαναστατικό κίνημα. Είχαν αμιγώς πολιτικά κίνητρα και στόχους. Οι νέες καταλήψεις περιλαμβάνουν και κοινωνικές δραστηριότητες και πρακτικές που μπορούν να στήσουν τις κοινωνίες από την αρχή. Ο βαθμός επιτυχίας τους εξαρτάται και από τη διείσδυση τους στο κοινωνικό σύνολο», τονίζει.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 γίνεται η κατάληψη της Αρμενοπούλου και η Πανδώρα στην περιοχή του Φαλήρου και από το 1993 και για τέσσερα χρόνια η Βίλα Βαρβάρα στην Άνω Πόλη που τώρα στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη της περιοχής. Εκεί κοντά, στην περιοχή Τσινάρι, υπήρξε και η κατάληψη Μαύρη Γάτα (1999-2004) απ’ όπου προέκυψε η ιστοσελίδα «οργανωμένης αντί-πληροφόρησης», το indymedia thessaloniki (2001-2005).
Μετά τα δημόσια κτίρια οι καταλήψεις μπήκαν και στα πανεπιστήμια. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να δημιουργούνται τα λεγόμενα «αυτοδιαχειριζόμενα στέκια» σε κοινόχρηστους χώρους εντός των πανεπιστημίων. Ορισμένα απ’ αυτά λειτούργησαν στην Ιατρική Σχολή, στο Βιολογικό και τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Καταλήψεις εντός του πανεπιστημίου έγιναν στα παλιά λυόμενα της Παιδαγωγικής και των Καλών Τεχνών και στο ισόγειο της Β’ Φοιτητικής Εστίας στις 40 Εκκλησιές, η οποία και συνεχίζεται. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, έπειτα από επέμβαση της αστυνομίας, έληξε η κατάληψη Δέλτα στο κτίριο του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης στην οδό Εγνατία που παρέμενε υπό κατάληψη για 5 χρόνια από ομάδες αντιεξουσιαστών.
1. Terra Incognita
Από τις υφιστάμενες καταλήψεις στη Θεσσαλονίκη, η Terra Incognita (Ανεξερεύνητη Γη) είναι η παλαιότερη. Ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2004 σ’ ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που ανήκει στο ΑΠΘ, στη συμβολή των οδών Ολύμπου και Τάσκου Παπαγεωργίου. Όπως διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος της «εφημερίδας δρόμου» που είχε τυπώσει η κατάληψη το 2004, «σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή επιλέγουμε να κινηθούμε επιθετικά, ανοίγουμε καινούργια πεδία δραστηριοποίησης, ρισκάρουμε και προχωράμε. Δεν ζητιανεύουμε για τη ζωή μας και δεν ψαρώνουμε από τις προσταγές και τα φανταχτερά σκουπίδια που η κοινωνία μας προσφέρει. Παίρνουμε πίσω λίγα απ’ αυτά που μας ανήκουν. Αυτά που μας στέρησαν οι κάθε είδους εξουσιαστές, τα αφεντικά, το κράτος, οι έμποροι, οι νταβατζήδες και οι ιδιοκτήτες. Τα άδεια σπίτια ανήκουν σ’ αυτούς και σ’ αυτές που τα χρειάζονται και τα χρησιμοποιούν».
2. Φάμπρικα ΥΦΑΝΕΤ
Τον Μάρτιο του 2004 «ορισμένες συλλογικότητες και άτομα» καταλαμβάνουν το παλιό εργοστάσιο της ΥΦΑΝΕΤ και δημιουργούν μια «κατάληψη ανατρεπτικών προθέσεων», όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα τους. Όπως γράφουν, έμπνευση τους υπήρξαν τα γεγονότα της Συνόδου Κορυφής του 2003 και η απεργία πείνας επτά συλληφθέντων που ακολούθησε. Η κατάληψη ήταν «μια έμπρακτη απάντηση στον παραλογισμό της μητρόπολης, όπου οι άνθρωποι στοιβάζονται σε διαμερίσματα, οι δημόσιοι χώροι ερημώνουν, οι αλάνες γίνονται πάρκινγκ, τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια γίνονται μουσεία-πολυχώροι κατανάλωσης και εφετζίδικων lifestyle συνευρέσεων».
Το εργοστάσιο ιδρύθηκε το 1901 από την εταιρεία Καπαντζή – Καζάση και ΣΙΑ και λειτούργησε ως υφαντουργείο με βαφείο και φεσοποιείο, απαραίτητο για την εποχή. Μετά από μια πενταετία ξεσπάει πυρκαγιά, το εργοστάσιο κλείνει και επαναλειτουργεί ως Ανώνυμος Οθωμανική Εταιρία Υφασμάτων και Φεσιών. Μετά από λίγα χρόνια το κλείνει ξανά λόγω οικονομικών προβλημάτων και περνάει στα χέρια του γνωστού για την εποχή βιομήχανου, Αθανάσιο Μακρή και το 1926 λειτουργεί ως ΥΦΑΝΕΤ. Το εργοστάσιο αναβαθμίζεται μηχανολογικά και κάνει ετήσιο τζίρο 45 εκατομμύρια δραχμές ενώ έφτασε να απασχολεί 1.300 άτομα προσωπικό. Η πυρκαγιά του ’51 σημαίνει την αρχή του τέλους. Παρά τα δάνεια και τις χρηματοδοτήσεις οι ρυθμοί ανάπτυξης της βιομηχανίας πέφτουν και η ζήτηση μειώνεται, ώσπου τον Δεκέμβριο του ’64 η ΥΦΑΝΕΤ κλείνει. Ιδιοκτησιακά, το εργοστάσιο πέρασε λόγω χρεών στην Εθνική Τράπεζα αλλά εγκαταλείφθηκε στη φθορά του χρόνου. Κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο το 1993. Η τράπεζα πρότεινε τη μετατροπή του σε Κέντρο Πολιτισμού και Οικονομικής Ανάπτυξης με αφορμή την ανακήρυξη της Θεσσαλονίκης σε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997 αλλά το σχέδιο δεν προχώρησε ποτέ. Το ελληνικό δημόσιο αγόρασε το εργοστάσιο το 2006 προκειμένου να στεγαστεί το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης και η Συλλογή Κωστάκη. Πρόσφατα ο υπουργός Πολιτισμού Κώστας Τζαβάρας όταν ρωτήθηκε σχετικά, χαρακτήρισε την ΥΦΑΝΕΤ «πρόβλημα – πρόκληση» για το υπουργείο και τόνισε ότι θα βρεθεί λύση «μέσα από το διάλογο και τη συνεργασία της πόλης».
3. Κατάληψη Ορφανοτροφείο
Το 2005 «ένα σύνολο ανθρώπων που μοιραζόμαστε την επιθυμία να στεγάσουμε την καθημερινότητα μας με πιο ανταγωνιστικούς προς το υπάρχον όρους», όπως γράφουν σε φυλλάδιο τους, έκαναν κατάληψη στο εγκαταλελειμμένο ορφανοτροφείο θηλέων «Μέγας Αλέξανδρος». Κάπου ανάμεσα σε λόγους πολιτικούς και ανάγκες στέγασης που υποκίνησαν την πράξη τους, διαβάζουμε ότι «στη γενικευμένη κυριαρχία του μοντέλου της απομόνωσης και της πυρηνικής οικογένειας επιδιώκουμε το πέρασμα στη συλλογική ζωή».
Το ορφανοτροφείο ιδρύθηκε το 1934 για να στεγάσει τα ορφανά κορίτσια που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και μέχρι τότε στεγάζονταν σε πρόχειρα παραπήγματα. Τα κορίτσια πήγαιναν στο λεγόμενο «τενεκεδένιο σχολείο» που λειτουργούσε δίπλα στο ορφανοτροφείο και τα απογεύματα μάθαιναν ραπτική. Στο εργαστήριο υφαντουργίας οι μικρές μαθήτριες μάθαιναν να υφαίνουν χαλιά, τα οποία είχαν μεγάλη ζήτηση σε αγορές του εξωτερικού και οι πωλήσεις κάλυπταν ένα μέρος των εξόδων του ιδρύματος. Η δημοτική σύμβουλος Ελένη Τζιούτζια που μεγάλωσε στην περιοχή της Τούμπας και αργότερα δίδαξε στο – σύγχρονο πια – σχολείο δίπλα στο ορφανοτροφείο, θυμάται τα ευγενικά και πειθαρχημένα κορίτσια του ιδρύματος: «Τα πράγματα τους τα είχαν πάντα σε μια τάξη. Τα Χριστούγεννα πηγαίναμε με το σχολείο στο ορφανοτροφείο και δίναμε στα κορίτσια δώρα και γλυκά. Κάθε Κυριακή μάλιστα, μετά τον εκκλησιασμό στην Οσία Ευφροσύνη, είχαν τη δική τους εκπομπή στο ραδιόφωνο και έλεγαν τραγούδια με τη μαντολινάτα τους». Ο ψηλός τοίχος που περιβάλλει ακόμη και σήμερα το ορφανοτροφείο δεν εμπόδισε τα νεανικά ειδύλλια. «Θυμάμαι τον γάμο του Μηνά με την Κατίνα. Ο Μηνάς, ο φούρναρης της γειτονιάς, προμήθευε με ψωμί το ίδρυμα και η Κατίνα έκανε τις παραλαβές. Το ίδιο συνέβη με τον ταχυδρόμο και την κοπέλα που παραλάμβανε τα γράμματα. Τι πιο φυσικό;». Οι κοπέλες έφευγαν από το ορφανοτροφείο είτε παντρεμένες ή για σπουδές σε κάποια σχολή Οικοκυρικής ή ακόμη και με τη δική τους δουλειά ως υφάντρες σε κάποιο εργοστάσιο. Τα λιγοστά κορίτσια που έμειναν στο ίδρυμα το 2000 μεταφέρθηκαν στο ορφανοτροφείο «Μέλισσα» και ένα ζωντανό κύτταρο της Τούμπας έκλεισε. Το κτίριο ανήκει στο υπουργείο Υγείας.
4. Κατάληψη Libertatia
Το Μάιο του 2008 ομάδα αντιεξουσιαστών προχώρησε στην κατάληψη κτιρίου στη συμβολή των οδών Λ. Στρατού και Σαρανταπόρου. Το οίκημα ήταν ακατοίκητο από το 1978 και περιήλθε σε καθεστώς σχολάζουσας ιδιοκτησίας του ελληνικού δημοσίου. Σε κείμενο τους οι καταληψίες λένε ότι αρνούνται να υποκύψουν στον «εκβιασμό του ενοικίου» και έχουν σκοπό να εντείνουν «την αντίσταση-επίθεση σε κράτος, εξουσία, καπιταλισμό και κάθε είδους φασισμό με τελικό σκοπό την απελευθέρωση φύσης και ανθρώπου από την εκμετάλλευση».
Η βίλα στον αριθμό 19 της Λεωφόρου Στρατού χτίστηκε για χάρη της Χαζίζ Νιχάλ Ναζιφέ από τον δεύτερο σύζυγο της, τον εισαγγελέα Θεσσαλονίκης, Μουσταφά Εφέντη, το 1899. Η τριώροφη κατοικία, που χαρακτηρίστηκε έργο τέχνης το 1982 και σώθηκε από την κατεδάφιση μετά το σεισμό του ’78, είναι η μόνη έπαυλη που σώζεται από το ένδοξο παρελθόν της λεωφόρου. Η Λεωφόρος Στρατοπέδου, όπως λεγόταν στα τέλη του 19ου αιώνα, είχε διαμορφωθεί στο πρότυπο με αυτή των Εξοχών και έτσι ήταν χτισμένα κατά μήκος της υπέροχα αρχοντικά με τεράστιους καταπράσινους κήπους. Μεταξύ 1935-36 λόγω οικονομικών προβλημάτων η Ναζιφέ ενοικιάζει χώρους της αυλής σε εβραϊκές, ελληνικές και ιταλικές οικογένειες, ενώ μετά το θάνατό της, το 1941, τα δυο οικήματα ελλείψει κληρονόμων περιέρχονται στο δημόσιο και κατοικούνται από διάφορους μισθωτές
. 5. Κατάληψη Μανδαλίδειου
Το Μανδαλίδειο Μέγαρο, ιδιοκτησίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου, καταλαμβάνεται από αντιεξουσιαστές το 2009 και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως «κατάληψη στέγης». Στο Μανδαλίδειο έγινε μια από τις πρώτες καταλήψεις κτιρίων από φοιτητές του ΑΠΘ το 1985, λίγους μήνες αφού η Οδοντιατρική Σχολή αποφάσισε να στεγάσει εκεί τα εργαστήρια της. Οι Φοιτητικές Συσπειρώσεις Θεσσαλονίκης κατέλαβαν το κτίριο ζητώντας περισσότερες εστίες για να στεγάσουν τους φοιτητές που αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα. Η κατάληψη κράτησε για πέντε χρόνια και στο μεταξύ οι φοιτητές είχαν αγοράσει γεννήτρια για παροχή ρεύματος, ψυγείο και τηλεόραση, λειτουργούσαν κουζίνα και ντουζ στους ορόφους, έκαναν εκπομπές από το Ράδιο Κιβωτός και διοργάνωναν θεατρικές παραστάσεις. Η κατάληψη διαλύθηκε μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης και το κτίριο παραδόθηκε στο νεοσύστατο τότε Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ. Το Τμήμα έφυγε το 2002 καθώς κρίθηκε ότι το κτίριο ήταν επικίνδυνο διότι δεν πληρούσε τους κανόνες αντισεισμικής προστασίας.
Το κτίριο είναι κληροδότημα του Ιωάννη Μανδαλίδη και της αδελφή του Βάγιας. Ο Ιωάννης σπούδασε οδοντίατρος και τα δύο αδέλφια εργάστηκαν στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά την πυρκαγιά του 1917 ήρθαν στη Θεσσαλονίκη και εντάχθηκαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης. Αγόρασαν την εξαώροφη οικοδομή το 1931 και την κληροδότησαν στο πανεπιστήμιο για να στεγάσει το ερευνητικό παράρτημα της Οδοντιατρικής Σχολής.
6. Κατάληψη Σχολείο (αρχική φώτο)
Πρόκειται για το διατηρητέο κτίριο οδό Βασιλέως Γεωργίου που χρονολογείται στο 1897. Μέχρι το 2004 στέγαζε το 12ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, αλλά προβλήματα στατικότητας οδήγησαν στο κλείσιμο του και οι μαθητές μεταφέρθηκαν σε λυόμενα κτίσματα δίπλα στο Ποσειδώνιο. Το διατηρητέο ουδέποτε αποκαταστάθηκε από την τότε Νομαρχία και το 2010 έγινε η κατάληψη του και δημιουργήθηκε ο «κοινωνικός χώρος Σχολείο», όπως τον αποκαλούν οι διαχειριστές του. Ιδιοκτησιακά ανήκει στην Εκκλησία, η οποία έχει προσφύγει δικαστικά εναντίον των καταληψιών.
Η κατάληψη του Σχολείου δεν είναι κατάληψη στέγης. Έχει πολιτικό περιεχόμενο όπως μας είπαν οι διαχειριστές της που δέχτηκαν να μας μιλήσουν αλλά μοιάζει περισσότερο με σχολείο, ίσως όχι σαν αυτά που έχουμε συνηθίσει. «Κανείς δεν μένει το βράδυ μέσα, δεν λειτουργούμε έτσι. Το Σχολείο ανοίγει γύρω στις 12 και κλείνει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ξεκινήσαμε να δημιουργήσουμε μια κοινότητα με άξονα τα ελεύθερα μαθήματα και τη συμμετοχή στο εγχείρημα με τα χαρακτηριστικά της άμεσης δημοκρατίας. Δεν υπάρχει ο εξουσιαστικό ρόλος του μαθητή – καθηγητή, αλλά η μάθηση είναι βιωματική. Όλοι μαθαίνουν από όλους». Οι αποφάσεις λαμβάνονται από μια γενική συνέλευση και επιμέρους διαχειριστικές συνελεύσεις και ο καθένας είναι ελεύθερος να συμμετέχει και να συμβάλει στη λειτουργία του χώρου. «Δεν επικεντρωνόμαστε στην ιδεολογική ταυτότητα του καθενός, αλλά στο πως συμπεριφέρεται εδώ μέσα», εξηγούν. Εκεί οργανώνονται μαθήματα ξένων γλωσσών, από Αγγλικά μέχρι Ιαπωνικά και Ρωσικά, μαθήματα φωτογραφίας και πιλάτες, λειτουργεί καφέ – μπαρ, βιβλιοθήκη με σχολικά βοηθήματα και λογοτεχνικά βιβλία, βιολογική αγορά και μαγειρείο. Για την αποκατάσταση του χώρου τα μέλη της κατάληψης έπρεπε να αλλάξουν την υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση, να τοποθετήσουν υποστυλώματα, να φτιάξουν τα κεραμίδια της σκεπής και να καθαρίσουν τον περιβάλλοντα χώρο. Τα περασμένα Χριστούγεννα διοργάνωσαν μια ρεμπέτικη βραδιά και μοίρασαν δώρα στα παιδιά των ανέργων της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής. «Προσπαθούμε ν’ αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Έχουμε κάνει ένα μεγάλο άνοιγμα στην κοινωνία και βλέπουμε αποδοχή από τη γειτονιά. Στηρίξαμε και την πρωτοβουλία των κατοίκων για το οικόπεδο Μάρμαρα Μόσχου που διεκδικούν να γίνει παιδική χαρά», σημειώνουν.
Με εξαίρεση το Σχολείο όπου έγιναν εκτεταμένες εργασίες επιδιορθώσεων του χώρου και κάτοικοι της περιοχής συμμετέχουν στις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις που διοργανώνονται, στις υπόλοιπες καταλήψεις η κοινωνία δεν είναι παρούσα. Οι πόρτες τους είναι κλειστές και επιδιώκεται μόνο περιστασιακά επαφή με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Εργασίες συντήρησης γίνονται περιστασιακά και σπασμωδικά, χωρίς διάρκεια, με αποτέλεσμα τα κτίρια να αφήνονται στη φθορά του χρόνου, όπως και πριν από την κατάληψη. Οι γείτονες όμως φαίνεται να έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα της κατάληψης. «Αφού είναι ήδη ρημαγμένα και δεν μας ενοχλούν, γιατί όχι», μας είπαν αρκετοί.
Πάντως, οι καταληψίες φαίνονται διατεθειμένοι να υπερασπιστούν το χώρο τους και η πολιτεία μετά από χρόνια εμφανίζεται εξίσου αποφασισμένη να παραδώσει τις ιδιοκτησίες πίσω στους νόμιμους δικαιούχους τους. Στη μέση βρίσκονται κτίρια που είναι συνυφασμένα με τη σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης και του δημόσιου χώρου της πόλης.

Η ιστορία των υπό κατάληψη κτιρίων στα οποία επενέβη η Αστυνομία στη Θεσσαλονίκη



 Το Μανδαλίδειο Μέγαρο στην παραλία της Θεσσαλονίκης
Καίριο πλήγμα στο κίνημα των καταλήψεων δημόσιων και ιδιωτικών χώρων στη Θεσσαλονίκη κατάφερε νωρίς το πρωί η Ελληνική Αστυνομία. Μέχρι χθες το βράδυ οι χώροι που βρίσκονταν υπό κατάληψη από αντιξεουσιαστές στη Θεσσαλονίκη ξεπερνούσαν τους δέκα. Σήμερα είναι τρεις λιγότεροι. Η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. για επέμβαση στους χώρους αυτούς έρχεται ως απάντηση στην κατακραυγή που εισέπραξε το προηγούμενο διάστημα λόγω της παθητικής στάσης της απέναντι στις αυθαιρεσίες των μελών του No Border Camp. Οι δύο από τους χώρους στους οποίους επενέβη η Αστυνομία είναι γνώριμα στέκια αντιεξουσιαστών. Ο τρίτος χώρος κατελήφθη για πρώτη φορά πριν από λίγες ημέρες με σκοπό τη φιλοξενία προσφύγων.Παρουσιάζουμε  την ιστορία των χώρων αυτών.



Το Μανδαλίδειο Μέγαρο ανήκει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται υπό κατάληψη από το 2009 και χρησιμοποιήθηκε ως στέγη από αναρχικούς της πόλης. Είχε καταληφθεί και παλαιότερα από αντιεξουσιαστές. Το 1985 το εν λόγω κτίριο που βρίσκεται στη συμβολή της λεωφόρου Νίκης με την οδό Βογατσικού είχε καταληφθεί από αριστερές ομάδες φοιτητών για να χρησιμοποιηθεί ως φοιτητική εστία. Η κατάληψη κράτησε πέντε χρόνια. Αργότερα το κτίριο παραδόθηκε στο Τμήμα Δημοσιογραφία και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Το 2002 το κτίριο εκκενώθηκε γιατί δεν πληρούσε τους κανόνες αντισεισμικής προστασίας.
Το κτίριο είναι κληροδότημα του Ιωάννη Μανδαλίδη και της αδελφή του Βάγιας. Ο Ιωάννης σπούδασε οδοντίατρος και τα δύο αδέλφια εργάστηκαν στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά την πυρκαγιά του 1917 ήρθαν στη Θεσσαλονίκη και εντάχθηκαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης. Αγόρασαν την εξαώροφη οικοδομή το 1931 και την κληροδότησαν στο πανεπιστήμιο για να στεγάσει το ερευνητικό παράρτημα της Οδοντιατρικής Σχολής.

Το ορφανοτροφείο θηλέων «Μέγας Αλέξανδρος» στην Τούμπα
kat_2.jpg
Το ορφανοτροφείο «Μέγας Αλέξανδρος» κατελήφθη για πρώτη φορά το 2005 από αντιεξουσιαστές. Χρησιμοποιήθηκε ως στέγη και ως χώρος πολιτικού προβληματισμού. Ακολούθησε κλεφτοπόλεμος με την Αστυνομία καθώς οι αντιεξουσιαστές απομακρύνθηκαν δύο φορές από τον χώρο καταφέρνοντας να τον ανακαταλάβουν και τις δύο.
Το ορφανοτροφείο ιδρύθηκε το 1934 για να στεγάσει τα ορφανά κορίτσια που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και μέχρι τότε στεγάζονταν σε πρόχειρα παραπήγματα. Τα λιγοστά κορίτσια που έμειναν στο ίδρυμα το 2000 μεταφέρθηκαν στο ορφανοτροφείο «Μέλισσα».

Το εν λόγω κτίριο ανήκε στο Υπουργείο Υγείας και το 2011 παραχωρήθηκε στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης με σκοπό την ανέγερση εκκλησιαστικού ιδρύματος για άτομα με χρόνια παθήσεις.

Η πολυκατοικία στην Καρόλου Ντηλ
karoloy_nthl.jpg
Πρόκειται για κτίριο που ανήκει σε ιδιώτη. Τα τελευταία χρόνια είναι εγκαταλελειμμένο. Άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου προχώρησαν σε κατάληψη του χώρου το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής. Σύμφωνα με τους καταληψίες το κτίριο θα χρησιμοποιούνταν για την φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου υπέβαλλε μήνυση στην Αστυνομία ζητώντας την άμεση απομάκρυνση των αντιεξουσιαστών.


ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΚΤΙΡΙΩΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ..



Οι καταλήψεις εγκαταλειμμένων κτιρίων έχουν ιστορία δεκαετιών και ξεκινούν από το 1980 και την περιβόητη κατάληψη της βαλτετσίου από τον τραγουδοποιό Νικόλα Άσιμο. Ακολούθησαν πολλές άλλες μέχρι και τις μέρες μας που οι δυνάμεις της ελ.ας κάνουν επιχειρήσεις εκκαθαρίσεων. Οι περιπτώσεις των κτιρίων που έχουν καταληφθεί είναι δείγμα της αδιαφορίας της πολιτείας για κομμάτια της σύγχρονης ιστορίας της χώρας και για νεοκλασικά-κοσμήματα που έχουν χαρακτηριστεί αρχιτεκτονικά μνημεία.


Η Βίλα Αμαλία, έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ του 1862 δεν ήταν πάντα ένα, αλλά δύο κτίρια που ενώθηκαν. Αυτό προς την Αχαρνών ήταν η κατοικία του νομικού Μιλτιάδη Ράλλη και το κτίριο προς τη Χέϋδεν ήταν η κατοικία του πρέσβη Περικλή Αργυρόπουλου. απο το 1932 εως το 1972 στεγάστηκε στη Βίλα Αμαλία το θρυλικό για την αυστηρότητά του 2ο Γυμνάσιο Αρρένων το οποίο άφησε εποχή για την "βέργα" που έπεφτε αλλά και για τα χαστούκια που έριχναν οι καθηγητές. Από τα θρανία του πέρασαν σπουδαίες προσωπικότητες.
Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Αλέκος Φασιανός, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ανδρέας Φουστάνος. 

Εμβληματική φυσιογνωμία υπήρξε ο αυστηρός γυμνασιάρχης, θεολόγος Πάνος Πάτρας, ο οποίος έγινε θρύλος στα αθηναϊκά σχολεία της εποχής από τα διάσημα «διπλά χαστούκια» που φιλοδωρούσε τους απείθαρχους και τους ακούρευτους μαθητές. Η Βίλα Αμαλία κατελήφθη το 1990 από αναρχικούς και παρέμεινε έτσι 22 χρόνια μέχρι που παρενέβη η αστυνομία. Ένα χρόνο πριν είχε προηγηθεί από τους ίδιους ανθρώπους η κατάληψη εγκαταλελειμμένου κτιρίου του ιδρύματος Ωνάση στη λεωφόρο Αμαλίας 56 και από τη συγκεκριμένη λεωφόρο προέκυψε το όνομα της κατάληψης.
 


Ενα ακόμη κτίριο κόσμημα, η επιβλητική πολυκατοικία Παπαλεονάρδου, γνωστή ως βίλα Σκαραμαγκά εξαιτίας του ονόματος του στενού αδιέξοδου δρόμου που τέμνει την οδό Πατησίων, είχε γίνει άνδρο των καταληψιών τα τελευταία χρόνια.  Σε αυτό το σπίτι της οδού Πατησίων 61 έζησε η υψίφωνος Μαρία Κάλλας όταν το 1937 μετά  το χωρισμό των γονιών της ήρθε στην Αθήνα και έμεινε με τη μητέρα της και τη μεγαλύτερη αδελφή της Υακίνθη. Η πολυκατοικία χτίστηκε το 1925 και οικία Μαρίας Κάλλας έχει χαρακτηρισθεί από το 1989, επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη, ως διατηρητέο ιστορικό και αρχιτεκτονικό μνημείο των νεότερων χρόνων. Το κτίριο ανήκει στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ) από το 1950.


Υπό κατάληψη από το 88 είναι η 4όροφη μονοκατοικία  στην Λέλας καραγιάννη 37. Κατασκευή του 1923 και από το 95 έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο. Μετά από 25 χρόνια κατάληψης, οι αστυνομικές δυνάμεις για πρώτη φορά μπήκαν την Τρίτη 15 Ιανουαρίου στο κτίριο που ήταν εγκαταλελειμμένο από το 1960 μέχρι το 1988. Σε πολύ κοντινή απόσταση, στην οδό Λέλας Καραγιάννη 1 και Σταυροπούλου βρίσκεται το ιστορικό σπίτι της αγωνίστριας της Εθνικής Αντίστασης Λέλας Καραγιάννη, το όνομα της οποίας πήρε ο δρόμος.


Στο κτίριο της παλαιότερης κατάληψης της χώρας, έζησε μέχρι το 1960 η Κεφαλλονίτισσα Μαρία Μεταξάτου. Με απόφαση της ίδιας  κληροδοτήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Τελευταία επιθυμία της ήταν να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση άπορων φοιτητών από την Κεφαλονιά με τον όρο να μην απαλλοτριωθεί.


Η πλέον πρόσφατη κατάληψη είναι στο κτίριο του ιστορικού κινηματογράφου Βοξ, στην οδό αραχώβης στα εξάρχεια ιδιοκτησίας του ΙΚΑ..