Κυριακή

O Aλέξης Τσίπρας μαζεύει τα πράγματά του από το Μαξίμου;


Το δημοσίευμα των FINANCIAL TIMES ως προάγγελος του Τέλους

Αυτό ήταν…Οι Financial Times ανέλαβαν απλά να μεταφέρουν το μήνυμα του τέλους στον Ελληνα πρωθυπουργό.
Το άρθρο της 30ης Δεκεμβρίου 2016 των Financial Times με τίτλο «Ελλάδα: ένα ζήτημα ανεξαρτησίας», θα μπορούσε να φυλάσσεται ήδη στα Γενικά Αρχεία του Κράτους μια και θα αποδειχθεί ο προάγγελος της πτώσης. Το big read δημοσίευμα ήταν τόσο τρομακτικό επειδή περιέγραφε πραγματικά γεγονότα που ακόμη και για το Μαξίμου, που τα προκάλεσε, δεν ήταν ευχάριστο να τα βρίσκει μπροστά του και μάλιστα δημοσιευμένα σε ένα από τα πιο βαριά πυροβολικά του διεθνούς τύπου.
Η ταύτιση της κυβέρνησης Τσίπρα (που δεν λέει να ολοκληρώσει την Δίκη της Χρυσής Αυγής για την στυγνή δολοφονία Φύσσα) με τις ακροδεξιές κυβερνήσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας στέλνει μήνυμα στους επενδυτές να μείνουν μακριά από τη χώρα. Οι Financial Times είναι ένα από τα μηντιακά Ευαγγέλια των Αγορών. Το δημοσίευμα έρχεται λίγες ώρες πριν την είσοδο του νέου χρόνου και μοιάζει χαριστική βολή σε μια χώρα που για να επιζήσει χρειάζεται επενδύσεις από ισχυρούς ξένους παίκτες. Το δημοσίευμα τους προειδοποιεί να μείνουν μακριά από μια χώρα στην οποία υπάρχει κατάλυση της Δικαιοσύνης και υποκατάστασή της από το Μαξίμου-Τσίπρα όπως δείχνει και η εικονογράφηση του ρεπορτάζ που επέλεξαν τα στελέχη της εφημερίδας.
“Υπάρχουν φόβοι πως η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα ακόμα μέτωπο στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναχαιτίσει απειλές εναντίον βασικών αρχών καλής διακυβέρνησης και σεβασμού για τους ανεξάρτητους θεσμούς».
22s14arxeia2-thumb-large
Σε σχόλιό του, το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού τονίζει πως «προκαλεί εύλογα ερωτήματα είναι το γεγονός ότι οι συντάκτες της ηλεκτρονικής σελίδας των Financial Times δεν βρίσκουν να γράψουν ούτε μία λέξη» για όλα όσα έχει καταφέρει η σημερινή κυβέρνηση, τα δύο χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία, συμπληρώνοντας πως η «μονομέρεια» των πηγών των FT «θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον κακόπιστο να κάνει λόγο ακόμα και για πολιτική σκοπιμότητα».
Πιο αναλυτικά, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως εδώ και δύο χρόνια:
  • δίνεται μία μεγάλη και καθημερινή μάχη ενάντια στα κατεστημένα συμφέροντα, την μεγάλη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, το λαθρεμπόριο. Για να εξαλειφθούν οι παράνομες και σκοτεινές πρακτικές που οδήγησαν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού.
  • για πρώτη φορά, κάτω από δύσκολες συνθήκες, οι φορολογικές αρχές εργάζονται απερίσπαστες χωρίς άνωθεν εντολές, οι λίστες των φοροφυγάδων ελέγχονται, δίνεται μάχη κατά του λαθρεμπορίου, τα θαλασσοδάνεια αποτελούν απλώς κακό παρελθόν, ενώ η Δικαιοσύνη λειτουργεί χωρίς παρεμβάσεις.
  • τα αποτελέσματα αυτού του καθημερινού αγώνα έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται: Υπεραπόδοση εσόδων, μείωση του λαθρεμπορίου και καταλογισμός ποινικών ευθυνών και προστίμων σε όσους παρανομούν.
Καταλήγοντας, η ανακοίνωση του γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού σημειώνει πως «είναι φανερό ότι όλα τα παραπάνω έχουν ενοχλήσει πολλούς: τραπεζικούς κύκλους, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, ολιγάρχες και μεγάλα μίντια».
Όσον αφορά για τη θέση της κυβέρνησης που φιλοξενούνται στο δημοσίευμα (ότι οι κατηγορίες περί υποχώρησης του κράτους δικαίου είναι μια απόπειρα σπίλωσης της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στη χώρα), στην ανακοίνωση τονίζεται πως «οι ερωτήσεις που εστάλησαν ελάχιστη ώρα πριν το δημοσίευμα προκειμένου να αποτελέσουν άλλοθι, πέρα από προσβλητικές, δεν άφηναν ούτε καν το χρονικό περιθώριο απάντησης…».
u55nnamed
Αραγε αναρωτήθηκαν στο Μαξίμου γιατί δεν είχαν καν χρόνο να απαντήσουν; Μήπως γιατί οι Εντολείς του δημοσιεύματος θεωρούν ήδη την κυβέρνηση ξοφλημένη. Μήπως το δημοσίευμα των Financial Times και κυρίως η φαινομενικά απαξιωτική και “αντιδεοντολογική” συμπεριφορά της εφημερίδας προς τον Τσίπρα είναι μήνυμα των πιο αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων που θα ακολουθήσουν;
Και τι είδους δημοσιεύματα θα μπορούσαν να είναι αυτά; Τι παραπάνω γνωρίζουν οι “Κύκλοι” που καταγγέλει το Μαξίμου με το σχόλιο του Γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού;
Το δημοσίευμα των Financial Times θέτει το ερώτημα κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση σέβεται την ανεξαρτησία θεσμών και οργάνων παρατηρεί ο ΣΚΑΙ.gr που παραθέτει αποσπάσματα από το δημοσίευμα.
Το ρεπορτάζ, με τον ενδεικτικό τίτλο «Ελλάδα: ένα ζήτημα ανεξαρτησίας», αρχίζει με αναφορά στην υπόθεση της ηγεσίας της Τράπεζας Αττικής και την κόντρα μεταξύ κυβέρνηση και του διοικητή της Τράπεζης της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
Η βρετανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η κυβέρνηση είχε ανατρέψει την απόφαση του κ. Στουρνάρα να ανατεθεί η διεύθυνση της τράπεζας στον «επαγγελματία τραπεζίτη» Θεόδωρο Πανταλάκη, με πηγές να λένε στους Financial Times πως κυβερνητικά στελέχη κανόνισαν με το ΤΣΜΕΔΕ, τον μεγαλο μέτοχο της Τράπεζας Αττικής, να δοθεί η θέση στον «με λίγη γνώση περί τα τραπεζικά» Κωνσταντίνο Μακέδο.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι η ενέργεια αυτή ήταν ευθεία πρόκληση προς τον κ. Στουρνάρα, επικεφαλής του ανεξάρτητου εποπτικού οργάνου του τραπεζικού τομέα. Σημειώνεται επίσης ότι κυβερνητικές πηγές αρνούνται οποιαδήποτε παρέμβαση στη διαδικασία επιλογής του διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας Αττικής.
Παρόλα αυτά, προσθέτει το δημοσίευμα, «το επεισόδιο αυτό επικαλούνται επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου ηγείται ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ως ένα παράδειγμα της αυταρχικής τάσης που λένε ότι γίνεται όλο και πιο ορατή καθώς οι ηγέτες του παλεύουν με την πτώση στις δημοσκοπήσεις και την ανάκαμψη της υποστήριξης για το κόμμα της αντιπολίτευσης, τη Νέα Δημοκρατία».
Ο επίτιμος καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θάνος Βερέμης σχολιάζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «θα ήθελε να θέσει κάθε ανεξάρτητο θεσμό υπό κρατικό έλεγχο», καθώς «είναι μέρος της ιδεολογίας τους».
Για άλλους, συμπληρώνει η εφημερίδα, το επεισόδιο αυτό και άλλα είναι απλώς μία πιο ορατή έκφανση της πολυετούς δυσκολίας σεβασμού της ανεξαρτησίας βασικών δημοσίων θεσμών στην Ελλάδα.
Στη συνέχεια η εφημερίδα αναφέρεται στην έφοδο των εισαγγελέων διαφθοράς στα γραφεία της εταιρείας της συζύγου του κ. Στουρνάρα Λίνας Νικολοπούλου – «ένα περιστατικό που ανησύχησε αξιωματούχους της ΕΚΤ και προκάλεσε ευρύτερους φόβους για την προθυμία του κράτους να κάνει χρήση εκφοβισμού για να περάσει το δικό του». Η κα Νικολοπούλου δηλώνει στους FT ότι ο πραγματικός στόχος της εφόδου ήταν ο σύζυγός της.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι η έφοδος έγινε λίγο πριν ο κ. Μακέδος κριθεί ακατάλληλος για την ηγεσία της Τράπεζας Αττικής και ενώ ο κεντρικός τραπεζίτης είχε επιβάλει απαγόρευση δανεισμού στην προβληματική τράπεζα, γεγονός που σήμανε την ακύρωση δανείου που προετοίμαζε η τράπεζα προς τον Χρήστο Καλογρίτσα, έναν από τους «προτιμητέους από την κυβέρνηση» συμμετέχοντες στην «ευαίσθητη και αμφιλεγόμενη» διαδικασία τηλεοπτικών αδειοδοτήσεων. Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά και στα βοσκοτόπια των εγγυήσεων Καλογρίτσα για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες.
Η κα Νικολοπούλου προσθέτει ότι η έφοδος πραγματοποιήθηκε χωρίς την απαραίτητη νομική εξουσιοδότηση, χωρίς υπογεγραμμένο ένταλμα έρευνας. «Ήμουν έξαλλη αλλά και σοκαρισμένη που κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβαίνει σε μία δημοκρατική χώρα», δηλώνει η σύζυγος του κ. Στουρνάρα.
Και πάλι η εφημερίδα σημειώνει ότι κυβερνητικές πηγές απορρίπτουν τις κατηγορίες περί πολιτικών κινήτρων πίσω από τη συγκεκριμένη έρευνα στα γραφεία της Λίνας Νικολοπούλου.
Το δημοσίευμα σχολιάζει ότι μετά από έξι ταραχώδη χρόνια στις σχέσεις Αθήνας-Βρυξελλών «τώρα υπάρχουν φόβοι πως η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα ακόμα μέτωπο στην προσπάθεια της ΕΕ να αναχαιτίσει απειλές εναντίον βασικών αρχών καλής διακυβέρνησης και σεβασμού για τους ανεξάρτητους θεσμούς».
Στο πλαίσιο αυτό η εφημερίδα τοποθετεί την Ελλάδα στο ίδιο κάδρο με την Πολωνία και την Ουγγαρία των ακροδεξιών κυβερνήσεων, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος δηλώνει πως η απειλή για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα μπορεί να συγκριθεί με την απειλή σε αυτές τις δύο χώρες. «Δεν είναι τόσο έντονη, αλλά σε μεθοδολογία είναι η ίδια. Υπάρχει ένα μεγάλο θέμα που αφορά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», λέει στους FT ο κ. Βενιζέλος.
Η εφημερίδα σχολιάζει ότι μεταξύ των παρατηρητών του ελληνικού προγράμματος διάσωσης υπάρχει μια έγνοια ότι η έλλειψη σεβασμού στην ανεξαρτησία ορισμένων θεσμών, ιδίως της δικαιοσύνης, «θα μπορούσε να γίνει η Αχίλλειος πτέρνα στην προσπάθεια της χώρας να στρίψει τη γωνία και να προσελκύσει έξωθεν επενδύσεις».
Αναφερόμενη σε φόβους περί εμβάθυνσης της κουλτούρας της πολιτικής παρέμβασης στο δημόσιο τομέα η εφημερίδα επικαλείται τον πρώην Πρόεδρο του ΣτΕ και πρώην υπηρεσιακό πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμμένο που κάνει λόγο για σημείο καμπής: «Λίγο-λίγο η τήρηση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα εξαφανίζεται. Νιώθω πως κάθε μέρα που περνά οι Έλληνες πολίτες απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τους Ευρωπαίους πολίτες».
Το δημοσίευμα συνεχίζει αναφέροντας ότι ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες κατέρρευσε εν μέσω «περαιτέρω σκανδάλων», με κατηγορίες περί απόπειρας επιρροής των μελών του ΣτΕ με υποσχέσεις για αύξηση αποδοχών, κάτι που απορρίπτουν κυβερνητικές πηγές επιρρίπτοντας την ευθύνη στην αντιπολίτευση για την παράκαμψη του ΕΣΡ.
Γίνεται επίσης σύντομη αναφορά στην αποτυχημένη «κυβερνητική απόπειρα» καθαίρεσης της ηγεσίας της Επιτροπής Ανταγωνισμού που στην ουσία εμποδίστηκε από τις Βρυξέλλες.
Εκτενέστερη είναι, τέλος, η διήγηση των νομικών περιπετειών του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου, με την κατηγορία της εσκεμμένης υπερβολής των υπολογισμών για το δημοσιονομικό έλλειμμα, με τους FT να σχολιάζουν ότι οι διεθνείς ανησυχίες για το επίπεδο σεβασμού της ελληνικής κυβέρνησης προς τους ανεξάρτητους θεσμούς προηγούνται του ΣΥΡΙΖΑ.
«Είναι εκπληκτικό και πραγματικά απογοητευτικό ότι επίσημοι στατιστικολόγοι διώκονται πολιτικά και ανηλεώς εντός των συνόρων της ΕΕ», δηλώνει στην εφημερίδα ο κ. Γεωργίου.
Το μακροσκελές δημοσίευμα των FT καταλήγει μεταφέροντας τη θέση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι οι κατηγορίες περί υποχώρησης του κράτους δικαίου είναι μια απόπειρα σπίλωσης της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στη χώρα. Κυβερνητική πηγή υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις γίνονται ακριβώς επειδή πλήττονται υπενδεδυμένα συμφέροντα.
Παρόλα αυτά, προστίθεται, σε μια ένδειξη του πόσο μεγάλες είναι πλέον οι ανησυχίες, το θέμα του σεβασμού της ανεξαρτησίας των θεσμών θα αναδειχθεί στην επόμενη προεκλογική περίοδο από την αντιπολίτευση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δηλώνει: «Έχουμε εκφράσει σοβαρές ανησυχίες ότι γινόμαστε μάρτυρες μίας διάβρωσης της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών μας από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ».
Τέλος, ο κ. Βερέμης σχολιάζει ότι παρά τις απόπειρές του κατά της ανεξαρτησίας θεσμών ο ΣΥΡΙΖΑ «στερείται στρατηγικής και επομένως αυτοσχεδιάζει, κάτι που οδηγεί σε προχειρότητες και τελικά σε αποτυχία».
hard-at-work2
A Brief History of the Financial Times
David Kynaston, author of The Financial Times: A Centenary History
A crucial merger
It was the merging of two small City newspapers in 1945 that saw the creation of the Financial Times as we know it today. The two papers that came together that year were the Financial News and the Financial Times. The merger created a single paper, the modern Financial Times, that soon began to obtain a breadth and stature previously unknown in financial journalism. The FT of the new millennium is, in a very real sense, the progeny of that fortunate partnership over sixty years ago.
The older of the two original papers was the Financial News, which was established in 1884 and initially called the Financial and Mining News. Its founder, and editor for some twenty-five years, was the energetic and not always scrupulous Harry Marks, who in the 1880s realised the potential that existed for a lively and well-informed daily financial paper. The new publication’s focus – the City of London – was then at the height of its international influence and importance: the Gold Standard reigned supreme and the London Stock Exchange was burgeoning. There were other financial papers and journals already in existence, but none that covered the stock market as thoroughly, and offered such trenchant advice, as the Financial News under Marks now did.
The birth of the FT
Four years later there appeared a rival to the FN in the form of the Financial Times, which launched on 13 February 1888. On its masthead it claimed to be ‘Without Fear and Without Favour’ and boldly described itself as the friend of ‘The Honest Financier’ and ‘The Respectable Broker’, the enemy of ‘The Unprincipled Promoter’ and ‘The Gambling Operator’. Control of the FT passed through several hands during its first year, including those of the notorious company promoter Horatio Bottomley, but by 1889 it was under the firm and capable management of Douglas MacRae, a printer by trade who never lost his faith that there was room for an alternative financial daily to the FN. The early years proved a hard struggle, but in 1893 he displayed a stroke of marketing genius by deciding to have the FT printed on pink paper, immediately distinguishing it from its various rivals. Two years later the famous ‘Kaffir boom’ in South Africa gold mining shares took place, leading to hectic scenes on the Stock Exchange and surrounding streets. With the resultant upsurge of readership and advertising, the permanent future of the FT was assured.
The stockbroker’s Bible
Over the next twenty years, until the First World War, the FN and FT were indisputably the two leading financial dailies, and seem to have been roughly on a par with each other in terms of circulation, profits and overall reputation. The war, however, proved a turning-point. Under the editorship of a brilliant but unbalanced journalist, Ellis Powell, the FN made the profound mistake of turning itself into a crude propaganda sheet designed to cover the so-called ‘Unseen Hand’ of traitors in high places. It was a campaign that fundamentally alienated the paper’s City readership, which was still its core constituency, placing accurate reportage at a premium, and dismissive of subjective rhetoric. By contrast the FT continued on its sober way and increasingly became known as ‘the stockbroker’s Bible’. From 1919, it was owned by the astute Berry Brothers, who already owned the Sunday Times and who later took over the Daily Telegraph. Limited in range and often dull, but utterly reliable in its coverage of all the relevant financial news, the FT of the twenties and thirties was undeniably the ‘right stuff’ as far as its almost uniformly bowler-hatted readers were concerned.
Meanwhile, from the mid-twenties, the FN gamely tried to fight back under a series of distinguished editors. The newspaper adopted a policy of recruiting bright young journalists, creating a more outward-looking and thoughtful paper than the FT. Among those on the FN’s team during these inter-war years were Paul Einzig who began the acclaimed ‘Lombard Street’ column on monetary matters, Otto Clarke who initiated the celebrated 30-Share Index later taken over by the FT, and the young Hammond Innes before he turned to writing thrillers. Orchestrating the paper’s affairs from 1928 was its chairman Brendan Bracken, dynamic, often brash, and of seemingly limitless self-confidence. He was already an intimate of Winston Churchill, became Minister of Information during the Second World War, and was reputedly the prototype for the character of Rex Mottram in Evelyn Waugh’s novel Brideshead Revisited. But for all the talent at the FN’s disposal in these years it was a depressingly uphill fight, especially during the slump of the early thirties. The paper nearly went to the wall, and its circulation was never more than about a third of the FT’s level of some 30,000.
Two papers become one
It was a pattern that probably would have continued after the war, but for the rather capricious decision in 1945 by the FT’s owner Lord Camrose (the father of William Berry) to offer his paper to the FN. He did so partly because of poor health, partly because he wished to concentrate the family energies on the Daily Telegraph, but above all because he anticipated (unlike most people) a Labour victory in the general election later in the year and did not believe that in the changed post-war conditions the City would be able to sustain two financial dailies. Bracken, on behalf of the FN, responded to the offer with alacrity, managed with some difficulty to meet the purchase price, and on 1 October 1945 the two papers became one – taking the name of the FT on account of its higher circulation, greater commercial clout, and also no doubt its pink paper.
Combining industrial and financial coverage
The FN thus nominally died as a paper, but its spirit very much lived on through the people who now took the top jobs on the new merged FT. Chairman of the new FT was Bracken; editor was the former FN editor Hargreaves Parkinson (who had also founded the ‘Lex’ column, now transferred to the FT); and day-to-day management was the responsibility of the managing director, Bracken’s protégé Lord Moore, later Lord Drogheda. Severe newsprint restrictions handicapped the growth of the paper, but under Parkinson’s far-sighted editorship, the FT now took its first tentative steps towards embracing industrial as well as financial coverage. In 1949 Parkinson retired early because of ill health and was succeeded by Gordon Newton, who had also come up on the FN side.
The choice was not an obvious one but proved a masterstroke on Bracken’s part. Over the next 23 years Newton revealed himself to be one of the great Fleet Street editors of the twentieth century. He was in no way an intellectual, but he had an almost uncanny affinity with his readership. He did not write himself, but was the surest of judges about what comprised effective journalism. He consistently expanded the paper’s horizons, but never forgot that ultimately it had to remain a practical paper for practical people. His news values were instinctive, his insistence on accuracy unstinting, and his own appetite for work infinite. There has been no more important person in the history of the paper.
Encouraging wider readership
During the first half of the 1950s, as the newsprint restrictions eased, Newton not only fulfilled Parkinson’s legacy by introducing a thorough industrial and labour coverage, but also tightened up and expanded the paper’s traditional financial coverage, ensuring that the City remained the FT’s unbreachable ‘citadel’. On 8 July 1953 it celebrated its 20,000th edition and took advantage of the occasion to introduce under the masthead the words ‘Industry’, ‘Commerce’ and ‘Public Affairs’, words which over the next decade provided daily testimony to enhanced ambitions and widening readership. That same year Newton, encouraged by Moore, took the first step to what would become the FT’s celebrated Arts page, beginning with a review of Graham Greene’s play The Living Room. Newton also began to pursue the systematic and fruitful policy of recruiting two or three journalists each year direct from Oxbridge, including such subsequently illustrious figures as William Rees-Mogg and Nigel Lawson, both of whom served valuable apprenticeships on the expanding FT.
The pace of change did not let up. In 1957 the paper was taken over by Pearson, then a holding company with such diverse interests as oil and media. This development allowed much greater access to capital resources than had previously been the case. In 1958 Bracken died, but the following spring received a fitting memorial when the paper moved to Bracken House in Cannon Street, commanding a fine view of St Paul’s and where the paper would stay until moving just south of Southwark Bridge in 1989. During the late fifties and early sixties, as the stock market boomed and Britain was assured that it had ‘never had it so good’, so the FT prospered too, attaining by 1961 an average circulation of over 132,000 – over double what it had been when Newton became editor. To most intents and purposes it had ‘arrived’ as one of the select band of national quality papers.
A major challenge
Newton had a final major challenge to face during his editorship. This occurred in 1967 when The Times , under new ownership, launched a pull-out section of business news, representing a clear threat to the FT’s quasi-monopoly in that area. Newton successfully countered by reaching out for a still broader readership, introducing in quick succession the Technical (later Technology) page, the Executive’s World (later Management) page, and in the Saturday paper the memorably entitled How To Spend It page (from 1994 in magazine format). Over the following few years Newton also oversaw the rapid expansion of the paper’s foreign coverage, with a key role being played by the young foreign editor, J.D.F. Jones, so that by the early seventies there was hardly a paper in the world with as many full-time foreign correspondents as the FT. Newton retired at the end of 1972, leaving behind a transformed paper, a circulation of some 190,000 and a pervasive ethos of integrity and commitment to journalistic truth.
Redefining the FT
Newton’s successor was Fredy Fisher, who was German by origin, internationalist by temperament, and well-equipped to take the FT into a further phase of its development. Under his editorship the paper not only became more professional and better produced, but also engaged in a certain process of redefinition, improving once more its specialist areas of coverage (above all of the thriving and increasingly important Euromarkets) and accepting that in certain ‘non-economic’ spheres it was not going to compete with the general press. This process of redefinition was furthered by the decision, implemented in 1979, to start printing in Frankfurt an edition for European consumption. By the early eighties the FT embodied an international approach, seeking to provide a complete editorial service for the international businessman that no other British paper came close to matching.
No FT… no comment
The rest of the decade, under the quietly authoritative editorship of Geoffrey Owen from 1981, saw continuing progress, helped for most of the period by buoyant stock markets, liberalising capital markets and intense financial activity as a whole. There was also a remarkably successful advertising campaign in Britain based on the ‘No FT… no comment’ slogan, which quickly became part of everyday vernacular. During 1986, circulation for the first time passed the 250,000 mark, with a quarter of the sale coming from overseas. Printing in New York (from 1985) as well as London and Frankfurt, providing unrivalled international company news, and from 1987 publishing the first daily world share index, the FT had become one of the very few genuinely international papers as it completed its first century. That landmark, in February 1988, was celebrated by a memorable banquet at London’s Guildhall, where the guest speakers were Nigel Lawson, then at the height of his reputation as Chancellor of the Exchequer, and Paul Volcker, the leading central banker of his generation.
A global paper in the era of globalisation
The two decades since the paper’s centenary have been dominated by the forces of globalisation – making the world economy, for the first time, close to a seamless whole. Under a series of editors (Richard Lambert from 1991, Andrew Gowers from 2001, Lionel Barber from 2005), the FT has, arguably more than any other paper in the world, both covered and mirrored that process, all against the hugely helpful backdrop of English becoming ever more the universal language of business. Meanwhile, other UK newspapers have significantly cut back on their international coverage and number of foreign correspondents, leaving a vacuum that the FT, already thoroughly international, has been more than willing to fill. Many journalists have contributed to the paper’s authoritative treatment of the new world economy of the 1990s and 2000s, though perhaps none more notably than Martin Wolf, its leading economics commentator. Deeply committed to capitalism for political as well as economic reasons, but never retreating to market fundamentalism, he has exemplified the FT’s very best, most enduring values.
Different platforms, core product
The FT’s readership in these years has been transformed. After Paris in 1988 and Tokyo in 1990 had become the third and fourth non-UK places to print the FT, Madrid, Stockholm and Los Angeles all followed in 1995, the same time as the international edition was being relaunched. Other landmarks continued thick and fast: printing in Hong Kong (1996); launch of the US edition (1997); printing in Milan and Chicago (1998); non-UK circulation overtaking UK circulation (1988), printing in Boston and San Francisco (1999); printing in Dallas, Miami, Kuala Lumpur and Seoul (2000); the launch of the German-language FT Deutschland (2000); total circulation hitting an all-time high of over 500,000 copies per day (2001); digital printing in South Africa (2002); printing in Dubai and Atlanta (2003); printing in Sydney (2004); the launch of the Middle East edition (2008). Importantly, different editions, for all their local variations, have been recognisably the same core, FT product – a product readily identifiable not only because of the pink paper, across continents and time zones. Hard copy, of course, has not been the only platform in these years. The website FT.com was launched as early as 1995, followed in 2002 by a relaunch and the introduction of subscription services. By the end of that year, unique monthly users had reached 3.2 million and page views over 50 million. Over the succeeding years the paid-for model remained unusual among newspaper websites, but by 2009 it was becoming clear that other titles were going to have to move towards it in order to sustain commercial viability. There is also now an increasingly popular Chinese-language FT website, reflecting a significant hunger for objective news and business coverage.
The FT today
The FT today, whether delivered through hard-copy or online, remains in its underlying ethos recognisably the paper that Gordon Newton did so much to create half a century earlier: sober, detached and with an obstinate, unyielding separation between fact and comment. ‘We live in Financial Times’ became the new UK advertising slogan in 2007, just as the global financial crisis was starting to unfold – a crisis that brought out the very best in not only the paper’s uniquely global reportage, but also a more newfound ability to be at the very heart of the debate about the possible remedies to that crisis, in both the immediate and more long-term future. Times are unlikely to become less financial in the century’s second decade, and the FT will almost certainly remain an indispensable guide to those times.
(c) 2010 Cengage Learning

Τα απίθανα σενάρια μετά τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς


Ήταν Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 1975,  όταν στις 22.30 έπεφτε νεκρός έξω από το σπίτι του στο Π. Ψυχικό ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα Ρίτσαρντ Γουέλς.
Ήταν το πρώτο κτύπημα της άγνωστης μέχρι τότε 17Ν, με συνέπεια αρχικά να επικρατήσει χάος και πλήρης σύγχυση για το ποιοι μπορεί να ήταν οι δράστες.
 



Τα σενάρια έδιναν κι έπαιρναν, με αποτέλεσμα λίγες μέρες μετά ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς να απαγορέψει στις εφημερίδες τη δημοσίευση πληροφοριών για την υπόθεση, ώστε να διευκολυνθούν οι έρευνες…
Στις 24 Δεκεμβρίου 1975, τα Νέα κυκλοφόρησαν με πρωτοσέλιδο «Μεγάλη προβοκάτσια, τρεις μελαψοί ξένοι, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εξετέλεσαν τον αρχηγό της CIA».
Στο ρεπορτάζ μπορούσε να βρει κανείς το εξής:
«Οι τρεις δολοφόνοι, αν και είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, ήσαν μελαψοί και με ξενική προφορά, όπως αναφέρει η χήρα του θύματος, που βρισκόταν δίπλα του τη στιγμή της επιθέσεως. Η δολοφονία του Γουέλς συσχετίζεται – από τις ελληνικές αρχές ασφαλείας – με τις δολοφονίες των Τούρκων πρεσβευτών στην Βιέννη και το Παρίσι».
Ποιές ήταν οι τέσσερις εκδοχές που ανέφερε τότε σύσσωμος ο Ελληνικός Τύπος:
«Τέσσερις είναι οι επικρατέστερες εκδοχές που ερευνά αυτή τη στιγμή η Ασφάλεια Προαστίων Πρωτευούσης με συνεργασία της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών:
1. Να δολοφονήθηκε ο Αμερικανός διπλωμάτης από Τούρκους, για να προκαλέσουν εμπλοκές όσον αφορά στις σχέσεις της Ελλάδας με την Αμερική.
2. Να είναι θύμα αγώνα αλληλοεξοντώσεως που έχει αρχίσει μεταξύ πρακτόρων.
3. Να δολοφονήθηκε από εξτρεμιστικά στοιχεία.
4. Να είναι θύμα ξεκαθαρίσματος λογαριασμών εσωτερικής φύσεως».
Την ίδια μέρα το αμερικανικό CBS το πήγαινε ακόμα παραπέρα. Χαρακτήρισε τον Γουέλς σαν τον κυριότερο πράκτορα της CIA στην Ελλάδα και ισχυρίσθηκε ότι «καλά πληροφορημένοι κύκλοι της πρεσβείας δήλωσαν πως η δολοφονία του δεν είναι άσχετη με την υπόθεση του ΟΠΕΚ, δηλαδή με την απαγωγή των υπουργών των χωρών που παράγουν πετρέλαια από πέντε τρομοκράτες».
Ο ελληνικός Τύπος συνέχισε το ίδιο μοτίβο σεναρίων και τις επόμενες μέρες. Στις 27 Δεκεμβρίου διαβάζουμε στα πρωτοσέλιδα: «Υπόθεση Γουέλς, το έγκλημα έργο ξένων πρακτόρων».

Τα σενάρια, μάλιστα, αυξήθηκαν κι εμπλουτίστηκαν σε οκτώ, μέσα σ’ αυτά τα πρώτα 24ωρα. Ποιές ήταν οι εκδοχές;
1. Να πρόκειται για εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών της CIA.
2. Να απέτυχε (σ.σ. ο Γουέλς) σε κρίσιμη αποστολή που του είχε ανατεθεί (και γενικότερα εθεωρείτο ως αποτυχών στη Ν. Αμερική).
3. Να θυσιάστηκε στην εξυπηρέτηση άλλων σκοπών εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.
4. Να έπεσε θύμα ξένων πρακτόρων στον ανηλεή πόλεμο των κατασκόπων.
5. Να δολοφονήθηκε για να διαταραχθούν οι σχέσεις μας με την Αμερική ή και με τις αραβικές χώρες, αν το έγκλημα αποδοθεί σε Άραβες.
6. Να είναι έργο Τούρκων φανατικών για να δημιουργήσουν προβλήματα σε βάρος της Ελλάδας.
7. Να είναι θύμα του διεθνούς τρομοκρατικού δικτύου όπως οι Τούρκοι πρεσβευτές στο Παρίσι και στη Βιέννη.
8. Να δολοφονήθηκε από εξτρεμιστές που είχαν λόγους να δημιουργήσουν νέες ανωμαλίες – αν και η τελευταία αυτή εκδοχή θεωρείται σαν η ασθενέστερη.
Ποιά ήταν η πιθανότερη εκδοχή κατά το BBC την ίδια μέρα; Το… Κυπριακό:
«Ο Αμερικανός δολοφονήθηκε από ανθρώπους που επιδιώκουν να ψυχρανθούν οι σχέσεις Αμερικής και Ελλάδος και να ωφεληθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι στο θέμα της Κύπρου».
Η Απογευματινή είχε τίτλο «Τον καθάρισαν ως διπλό πράκτορα, η CIA διαθέτει ειδική μονάδα για τη δολοφονία διπλών πρακτόρων και οργάνων της που την εκβιάζουν», η Ελευθεροτυπία «Η CIA θυσίασε τον Γουέλς», ενώ και οι άλλες εφημερίδες της εποχής επικέντρωναν πάνω στα ίδια – οφσάιντ – σενάρια.

Παρασκευή

Με ψεύτικες ιδιότητες εμφανιζονταν ο αλλοτε υποψήφιος του Καμμένου στη Λάρισα Μιχαλης Σακελαρρης


Ο Μιχαλης Σακελαρης αναφέρεται σαν πρόεδρος των Βλάχων ιδιότητα την οποία δεν κατέχει Υπενθυμίζουμε ότι ο κ. Σακελάρης είναι ο εκπεσων δικαστικά τέως πρόεδρος της ΠΟΠΣ Βλάχων (2005-2008), λόγω καλπονοθείας και..

ατασθαλιών. Είναι ντροπή να διακυβεύεται η εικόνα των βλάχων από έναν τέτοιο τύπο που πάντα έβλεπε την ΠΟΠΣ Βλάχων ως εφαλτήριο πολιτικής καριέρας. Με την απόφαση 2622/07.07.2008 του Πρωτοδικείου Λαρίσης, (ο Λαρισαίος κος Μ. Σακελάρης) εξέπεσε του αξιώματός του, λόγω ατασθαλιών και παρατυπιών κατά τη διαδικασία των εκλογών της 25ης/11ου/2007

Σήμερα ο κ. Σακελάρης δεν είναι ούτε μέλος σε κανέναν Βλάχικο Σύλλογο.



Η.Η.ΒΛΑΧΟΣ ΛΑΡΙΣΑ

Ολόκληρο το ιστορικό

Ανοιχτή επιστολή
προς όλους τους Συλλόγους-μέλη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Με την παράκληση να λάβουν γνώση όλα τα μέλη όλων των Συλλόγων
Θεσσαλονίκη 22 Ιουλίου 2009
Θέμα : Πρόβλημα διοίκησης της Π.Ο.Π.Σ.Β. και κίνδυνος οριστικής της διάλυσης
Αγαπητοί συμπατριώτες, μέλη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Έκρινα σκόπιμο και αναγκαίο να σας αποστείλω αυτή την προσωπική επιστολή, που αναφέρεται στα προβλήματα που έχουν εδώ και πολύ καιρό ανακύψει στη λειτουργία της Π.Ο.Π.Σ.Β., διότι έχω αντιληφθεί ότι ελάχιστοι Σύλλογοι τα γνωρίζουν, ενώ οι περισσότεροι Σύλλογοι έχουν πλήρη άγνοια των γεγονότων που οδήγησαν την Ομοσπονδία στην αδράνεια, την ακυβερνησία και τελικά στην ανυπαρξία. Λυπάμαι που αναγκαστικά θα μακρηγορήσω, αλλά έχουν συσσωρευθεί πάρα πολλά θέματα και επομένως αυτό είναι αναπόφευκτο.
Ο λόγος της σχετικής καθυστέρησης της επιστολής μου αυτής, ήταν ότι ανέμενα την τελική απόφαση του Πρωτοδικείου Λαρίσης για την οριστική έκπτωση από το αξίωμα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου 2007, ώστε να μην προκαταλάβω τα γεγονότα, ούτε να επηρεάσω την κρίση σας. Πράγματι, με την απόφαση 191-8/7/2009, το Πρωτοδικείο Λαρίσης ακυρώνει οριστικά τις εκλογές του 2007, εξ αιτίας των παρατυπιών που συντελέστηκαν κατά την εκλογική διαδικασία.
Δυστυχώς, δεν είναι μόνο η άγνοια των γεγονότων που έχει δημιουργήσει αυτό το δυσάρεστο κλίμα, αλλά και η σκόπιμη παραπληροφόρηση από μεριάς ορισμένων μελών του εκπεσόντος Δ.Σ., που διαπιστωμένα πλέον έχει κυριαρχήσει και διαχυθεί σε πάρα πολλούς Συλλόγους, όσον αφορά τις αφορμές και τις αιτίες της σοβαρότατης αυτής κρίσης που περνάει η Π.Ο.Π.Σ.Β.
Θα προσπαθήσω να αναφερθώ στα γεγονότα που μας έφεραν έως εδώ και να τα παραθέσω με την πρέπουσα νηφαλιότητα και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και αντικειμενικότητα.
Α. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ως γνωστόν, τρία στοιχεία κυριάρχησαν στην Αναθεωρητική Καταστατική και Εκλογοαπολογιστική Γενική Συνέλευση της 25ης Νοεμβρίου 2007 στη Λάρισα :
1. Η μετάθεση ομοφώνως για την Κυριακή 16 Μαρτίου 2008 της Γενικής Συνέλευσης για την τροποποίηση του καταστατικού της Π.Ο.Π.Σ.Β., μιά που ο ορισμός της ίδιας μέρας με τις εκλογές για την αναθεώρηση του καταστατικού ήταν σκόπιμος, ώστε να μην συζητηθεί το θέμα λόγω έλλειψης χρόνου. Μάλιστα, η απόφαση έλεγε ότι η συνέλευση παραμένει ανοιχτή, ώστε να μην τεθεί θέμα απαρτίας. Ορισμένα άρθρα του καταστατικού, που πλέον είναι αναχρονιστικό και αναντίστοιχο με τις ανάγκες της Ομοσπονδίας, φαίνεται ότι βολεύουν κάποιους, όπως το πλειοψηφικό σύστημα εκλογής Δ.Σ., το οποίο προσωπικά θεωρώ την πηγή-πληγή όλων των δεινών που περνάμε.
2. Η έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ. 2005-2007και η απαλλαγή του. Υπενθυμίζω ότι το απελθόν Δ.Σ. παρέδωσε στο επόμενο το ταμείο, με υπόλοιπο πλεόνασμα το ποσό των 3,43 € (τρία ευρώ και σαραντατρία λεπτά).
3. Η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη νέου Δ.Σ. για την περίοδο 2007-2009.
Κατά τις εκλογές λοιπόν για την ανάδειξη νέου Δ.Σ. στις 25 Νοεμβρίου 2007 στη Λάρισα, παρατηρήθηκαν κραυγαλέες παρατυπίες, έως και παρανομίες. Διαπιστώθηκε ότι ψήφισαν ως εκπρόσωποι, άνθρωποι οι οποίοι δεν ήταν εντεταλμένοι από τους Συλλόγους τους, αλλά αντικαθιστούσαν άλλους που ήταν, αλλά δεν είχαν προσέλθει. Η νόμιμα και ομοφώνως εκλεγμένη από το σώμα εφορευτική επιτροπή, μετά από απαίτηση ορισμένων εκλεκτόρων, μεταξύ των οποίων και εγώ, ζήτησε ως όφειλε την επίδειξη ταυτότητας ή άλλου νομίμου εγγράφου από κάθε εκλέκτορα, ώστε να διαπιστωθεί η ταυτοπροσωπία τους με τον κατάλογο που είχε παραδώσει το κάθε σωματείο, πράγμα απολύτως λογικό και υποχρεωτικό σε κάθε ψηφοφορία. Σημειώνω εδώ, ότι ο γιγαντισμός της Ομοσπονδίας και η προσθήκη νέων Συλλόγων-μελών την τελευταία στιγμή (που κατά σύμπτωση ήταν σχεδόν όλοι Σύλλογοι με καταγωγή από τη Σαμαρίνα, όπως και ο κος Σακελάρης), απέκλειε τη δυνατότητα να είναι οι εκλέκτορες γνωστοί σε όλους, όπως παλαιότερα που τα μέλη ήταν λίγα (στις εκλογές του 2005 ψήφισαν, εάν ενθυμούμαι καλώς, 121 μέλη, ενώ το 2007 ψήφισε σχεδόν διπλάσιος αριθμός, 231, δηλαδή 110 μέλη περισσότερα).
Μετά τους πρώτους 5 ή 6 ψηφίσαντες κανονικά με την επίδειξη ταυτότητας, οι επόμενοι αρνήθηκαν να την επιδείξουν, θέλοντας να ψηφίσουν χωρίς ταυτοποίηση. Ορισμένοι μάλιστα έφτασαν και σε ακρότητες, λέγοντας ότι δεν θέλουν να επιδείξουν ταυτότητα, αν και την είχαν μαζί τους. Το πρόσχημα ότι δεν το ανέγραφε η πρόσκλησηείναι φαιδρό, δεδομένου ότι, πέραν του αυτονόητου να θέλει η εφορευτική επιτροπή να εξακριβώσει τα στοιχεία των ψηφιζόντων, όλοι σχεδόν διασχίσαμε τη μισή Ελλάδα για να φτάσουμε στη Λάρισα και όλοι έχουμε καλού-κακού ταυτότητες ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα μαζί μας. Σε μένα προσωπικά υπέπεσαν στην αντίληψή μου 2 περιπτώσεις ανθρώπων που ψήφισαν, ενώ δεν ήταν εκλέκτορες και φυσικά αρνήθηκαν να επιδείξουν ταυτότητες, γιατί προφανώς άλλο όνομα είχε η κατάσταση και άλλοι ήταν αυτοί. Επίσης ένας απλός επισκέπτης βαφτίστηκε επί τόπου εκλέκτορας και επιτόπου σφραγίστηκε το έγγραφό του, επειδή ο κανονικός εκλέκτορας δεν ήρθε στη Λάρισα. Και αυτά τα είδα μόνον εγώ, ενώ άλλοι φίλοι, μου διηγήθηκαν ανάλογες περιπτώσεις.
Η εφορευτική επιτροπή αρνήθηκε να τους δεχθεί, αλλά δέχθηκε την περίεργη επιμονή πολλών υποψηφίων να παρατυπήσουν, πρωτοστατούντων των κων Σακελάρη και Παπατόλια. Μπροστά στις πιέσεις, 2 μέλη της παραιτήθηκαν (οι κυρίες Κ. Ζαρδαβά-Κιλιπίρη και Ε. Ζυγουράκη), ενώ παρέμεινε ο κος Β. Κίστης. Αντί λοιπόν να ζητηθεί από τη Γενική Συνέλευση να επανεκλέξει νομίμως νέα εφορευτική επιτροπή, αντικατέστησαν τα 2 παραιτηθέντα μέλη με 2 πρόσωπα της αρεσκείας τους (με την κα Χ. Μπομπότη και την κα Μ. Ζυγουράκη, κόρη της παραιτηθείσας Ε. Ζυγουράκη). Το πρόσχημα της διά βοής νέας εκλογής είναι επίσης αστείο, μιά που τα περισσότερα μέλη ήταν ήδη εκτός αιθούσης, της οποίας η χωρητικότητα ήταν 70 ατόμων και η παραμονή των υπολοίπων 160 αδύνατη. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο υποψήφιος κος Ξηροτύρης παραιτήθηκε της υποψηφιότητάς του και υπέβαλε γραπτή ένσταση κατά της διαδικασίας, όπως γραπτή ένσταση υπέβαλα κι εγώ προσωπικώς.
Η εκλογική διαδικασία συνεχίστηκε χωρίς την άμεση εκδίκαση των ενστάσεων, όπως απαιτεί η νομοθεσία και με μη εκλεγμένη εφορευτική επιτροπή, πράγμα πρωτοφανές για τα χρονικά και φυσικά παράτυπο και παράνομο.
Τα αποτελέσματα των εκλογών είναι γνωστά σε όλους
Β. ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΦΩΝΗΣΑΝ, ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
Μετά τις εξελίξεις αυτές και αφού συνεστήθη το νέο Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, οι διαφωνήσαντες με την άκρως παράτυπη και παράνομη διαδικασία, άφησαν ένα εύλογο χρονικό διάστημα 15 ημερών, ώστε να καθαρογραφούν τα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και μετά ζήτησαν τηλεφωνικά ένα αντίγραφό τους, όπως φυσικά ήταν καταστατικό τους δικαίωμα και ως έχοντες έννομο συμφέρον.
Στο μεταξύ, ήρθε σε όλους τους Συλλόγους έγγραφη διαμαρτυρία 5 μελών του νέου Δ.Σ. που στην ουσία μιλούν για ημετέρους, κατηγορούν τα άλλα 6 για άρνηση συνεργασίας και σύμπνοιας και ότι με τη συμπεριφορά τους οδηγούν την Π.Ο.Π.Σ.Β. σε διχασμό, εσωστρέφεια, πισωγύρισμα, μαρασμό και απαξίωση.
Παραθέτω το έγγραφο προς υπενθύμιση, για να ξέρουμε όλοι οι Σύλλογοι το πόσο συμπαγές ήταν το Δ.Σ., αλλά και για να κατανοήσουμε όλοι την αιτία της λαθροχειρίας και της νοθείας στις εκλογές. Όλη η ιστορία ήταν η επικράτηση πάση θυσία της μιάς παράταξης έναντι της άλλης. Θεσσαλοί εναντίον Ηπειρωτών, λες και η Ομοσπονδία είναι Θεσσαλο-Ηπειρωτική Εστία. Διαφαίνεται καθαρά και από το έγγραφο των 5, που αποτελεί ντροπή για το Δ.Σ. και την Ομοσπονδία. Θλίψη και για τους 6 που άρπαξαν όλες τις καρέκλες, αλλά και για τους 5 που κλαίγονται γιά τη μη κατάληψη αξιωμάτων. Συμπεριφέρονται ως κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ενώ θα έπρεπε να λειτουργούν τουλάχιστον ως αντιπροσωπευτικό σώμα όλων των βλαχικών Συλλόγων. Μάλλον κανείς δεν τους εξήγησε ότι υπάρχει και η ευθιξία της μη αποδοχής της καρέκλας ή και της παραίτησης ακόμη. Πάντως η κατηγορία περί διασπαστικής πολιτικής, είναι από τις βαρύτερες που μπορούν να ειπωθούν σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν ασχολήθηκε κανείς, σαν να μη συμβαίνει τίποτε απολύτως.
Υπενθυμίζω τα ονόματα των μελών δύο ομάδων του Δ.Σ. :
Ομάδα 1 (Θεσσαλοί) : Μ. Σακελάρης, Α. Παπατόλιας, Σ. Αυγέρη, Θ. Μουστάκας, Μ. Μαγειρίας, Ε. Ζαμαντζάς
Ομάδα 2 (Ηπειρώτες) : Θ. Σούλτης, Η. Χασιώτης, Η. Πορίκης, Φ. Τράσιας, Μ. Σιβά
Εξ όσων γνωρίζω, ο κύριος Ζαμαντζάς απεχώρησε οριστικά και δεν ασχολείται πλέον με τα της Ομοσπονδίας.
Επανέρχομαι στο θέμα των πρακτικών.
Μετά από ένα μήνα περίπου, ζητήθηκαν από 6 Συλλόγους (κυρίως της Β. Ελλάδας, αλλά όχι μόνον) τηλεφωνικώς τα πρακτικά από το Δ.Σ. Περιέργως και αντικαταστατικά, το Δ.Σ. μετά από προτροπή ορισμένων μελών του, που είναι μάλιστα και δικηγόροι, αρνήθηκε να μας τα στείλει, δίκην κουτσαβάκηδων αυταρχικών ιδιοκτητών της Ομοσπονδίας. Μάλιστα, με άκρως προσβλητικό και αναίσχυντο τρόπο, μας είπαν ότι εάν θέλουμε να δούμε τι γράφουν, να μετακινηθούμε στη Λάρισα (από την Θεσσαλονίκη, από την Κομοτηνή, από την Κατερίνη κλπ.) και θα μας επιτρέψουν μόνο να τα διαβάσουμε. Στην άρνησή τους αυτή, στείλαμε έγγραφο στην εφορευτική επιτροπή, ζητώντας τυπικά πλέον τα πρακτικά. Η εφορευτική επιτροπή μας παρέπεμψε στο Δ.Σ. και το Δ.Σ. στην εφορευτική επιτροπή. Αντιμετωπίζοντας αυτόν τον εμπαιγμό, το παράλογο γαϊτανάκι και την προσβολή προς το πρόσωπό μας και τους Συλλόγους μας, αναγκαστήκαμε να στείλουμε εξώδικο με δικαστικό κλητήρα, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε τα πρακτικά και να δούμε το τί ακριβώς γράφουν.
Όπως όλοι προφανώς καταλαβαίνουμε, όλα μα όλα τα μετέπειτα προβλήματα δεν θα είχαν προκύψει, εάν η συμπεριφορά των μελών του Δ.Σ. ήταν η πρέπουσα και εκείνη που ορίζεται από το καταστατικό της Ομοσπονδίας. Οι εκπρόσωποι των 6 Συλλόγων που διαμαρτυρηθήκαμε, έχουμε πολύ καλύτερα πράγματα να κάνουμε από το να τρέχουμε και να ξοδεύουμε χρήματα σε δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές, ή να ασχολούμαστε με γελοίες και αντικαταστατικές συμπεριφορές, αλλά όλα έχουν και κάποιο όριο, ακόμη και οι προσβολές και οι εμπαιγμοί.
Μετά την παραλαβή των εξωδίκων από το Δ.Σ. για να στείλουν τα πρακτικά, η δικηγόρος του κου Σακελάρη κα Μπασδέκη, μας παρακάλεσε να αναμείνουμε μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 2008, μετά τις γιορτές της Πρωτοχρονιάς και μας διαβεβαίωσε ότι μετά θα μας τα παρέδιδαν. Περί τα τέλη Ιανουαρίου, σε τηλεφωνική μας επικοινωνία και διαμαρτυρία για την καθυστέρηση, μας εδήλωσε ρητά ότι δεν θα μας τα δώσουν, χωρίς καμία αιτιολογία, γιατί δεν θέλουν(εδώ θα ταίριαζε ως ρήμα το δεν γουστάρουν) και ας κάνουμε κι εμείς ό,τι νομίζουμε.
Αναπόφευκτα λοιπόν και με υπαιτιότητά τους, αναγκαστήκαμε να προβούμε σε ασφαλιστικά μέτρα,για να αποκτήσουμε, άκουσον-άκουσον, τα πρακτικάπου αυτοδικαίως κάθε μέλος της Π.Ο.Π.Σ.Β. μπορεί και πρέπει να έχει πρόσβαση σε αυτά.
Το αποτέλεσμα ήταν να υποχρεωθούν να μας τα παραδώσουν με εντολή δικαστηρίου, ώστε να αποφύγουν βαρύτερες ευθύνες. Είναι προφανές ότι ορισμένα μέλη του Δ.Σ. επεδίωκαν σκοπίμως τη ρήξη, ενώ άλλα μέλη της μειοψηφίας, με τις συμβουλές τους, υπονόμευαν την πλειοψηφία ώστε να εκτεθεί, να γελοιοποιηθεί και να φθαρεί.
Παράλληλα, διοχετεύτηκε τεχνηέντως στα ανενημέρωτα μέλη της Ομοσπονδίας, ότι δήθεν κάναμε μήνυση (είναι ποινική πράξη) στο Δ.Σ. της Π.Ο.Π.Σ.Β., ενώ απλώς επρόκειτο για αγωγή με ασφαλιστικά μέτρα (αστική πράξη). Χρησιμοποίησαν μάλιστα και αστεία επιχειρήματα, ότι δήθεν υπάρχει πικρία από μέρους μου διότι δεν εκλέχτηκα και γι’ αυτό τα κάνουμε όλα. Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα αγνοήσει τις αποφάσεις και τις επιλογές του σώματος, στο βαθμό που αυτές είναι καθαρές και αδιάβλητες και ευχαριστώ θερμά τους 48 που με ψήφισαν καθαρά. Εξ άλλου η πρόταση να κατέλθω ως υποψήφιος ήταν δική τους (μου το πρότειναν και η παράταξη Σακελάρη και η παράταξη Σούλτη), ώστε να προσφέρω όπως έλεγαν, τις όποιες ικανότητές έχω στην Ομοσπονδία. Εγώ απλώς είχα αρνηθεί να συμμετάσχω σε απωθητικά σχήματα τεχνητής πόλωσης, τα οποία είχαν ήδη μοιράσει τις καρέκλες πριν από τις εκλογές. Προτίμησα να κατέλθω ως υποψήφιος ελεύθερα, χωρίς να ενταχθώ σε μικροκομματικά και τοπικιστικά μαντριά.
Φυσικά απέκρυψαν από τα μέλη όλη την ιστορία της άρνησης της παράδοσης των πρακτικών από μεριάς τους και το ότι αναγκαστήκαμε να προβούμε σε δικαστικές ενέργειες λόγω της συμπεριφοράς των μελών του Δ.Σ.
Γ. Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ Δ.Σ. ΠΡΙΝ ΕΚΠΕΣΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ (ΑΠΟΦΑΣΗ 2622/08 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ)
1. Μέχρι την άνοιξη του 2008, όπου εκδικάστηκαν τα προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα στο Πρωτοδικείο Λαρίσης, το Δ.Σ. έπρεπε να εφαρμόσει την ομόφωνη απόφαση του σώματος και να συγκαλέσει στις 16 Μαρτίου 2008 την Γενική Καταστατική Συνέλευση για την αναθεώρηση του καταστατικού της Ομοσπονδίας. Δυστυχώς δεν το έπραξε, αγνοώντας προκλητικά την ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που είναι και το ανώτατο όργανο της Ομοσπονδίας. Αυτό, πέρα από μία απίστευτη περιφρόνηση προς τα μέλη, αποτελεί θεσμική απιστία και είναι αιτία έκπτωσης από το αξίωμα του μέλους του Δ.Σ. Εκτός εάν δεν ενδιαφέρεται πλέον κανείς για την τήρηση των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων και όλοι αδιαφορούμε γιά όλα. Έτσι εξ άλλου διαλύονται οι συλλογικοί φορείς, από έλλειψη σεβασμού και από αδιαφορία προς στους θεσμούς.
2. Το 2007, η Ομοσπονδία οργάνωσε στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και στο Παλαί ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης την 1η Πανελλήνια Σύναξη των απανταχού Βλάχων για την ετήσια κοπή της πίττας τους, με την πρόθεση και τη δέσμευση να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη. Αυτά τα είχαμε ανακοινώσει γραπτώς, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρωθυπουργό, στον Πρόεδρο της Βουλής, στους αρχηγούς των κομμάτων, σε όλους τους βουλευτές, καθώς και στις Νομαρχιακές και στις Τοπικές Αυτοδιοικήσεις.
Το νέο Δ.Σ., χωρίς κάν συνεννόηση και ειδοποίηση για τις αλλαγές, οργάνωσε την κοπή της πίττας 2008 στη Λάρισα, παρακάμπτοντας χωρίς κανένα ενδοιασμό τις δεσμεύσεις της Ομοσπονδίας προς τους κρατικούς και αυτοδιοικητικούς ταγούς και εκθέτοντας ευθέως εμένα, που ήμουν, ως πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής, ο συγγραφέας και ο υπογράφων τις επιστολές αυτές προς στα ανώτατα πολιτειακά και πολιτικά πρόσωπα.
Η επιλογή της Λάρισας είναι προφανής. Είναι η προσπάθεια του τέως Προέδρου να εμφανίζεται συνεχώς στην πόλη του και να μεταφέρει τα πάντα εκεί, για να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα που θα του χρησιμεύσει στις μελλοντικές πολιτικές του βλέψεις (κατά δική του ομολογία, ενδιαφέρεται ζωηρά για τις νομαρχιακές εκλογές Λαρίσης του 2010 και του εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία). Εξ όσων πληροφορήθηκα, η εκδήλωση κατέληξε στο να επιδίδονται σωρηδόν και φασόν τιμητικές πλακέττες γενικώς, σε βουλευτές, νομάρχες και δημάρχους, για την ανάληψη των Μεσογειακών αγώνων από τις πόλεις της Λάρισας και του Βόλου.
Όσον αφορά τον κόσμο που είχε έρθει στο Παλαί ντε Σπορ το 2007 και συσπειρώθηκε γύρω από την Ομοσπονδία, δεν ξέραμε εμείς οι Θεσσαλονικείς τι να του απαντήσουμε, όταν μας ρωτούσε γιά το πότε θα ξανακόψει η Ομοσπονδία την πίττα του 2008. Για να μην χαθεί η επαφή με αυτό τον κόσμο που με τόσο μόχθο είχαμε συσπειρώσει και ενεργοποιήσει, οργανώσαμε 4 Σύλλογοι της Θεσσαλονίκης, σε διαφορετική ημερομηνία από εκείνη της Ομοσπονδίας στη Λάρισα, την κοπή πίττας 2008 για τους Συλλόγους της Κεντρικής Μακεδονίας και όποιους άλλους ήθελαν, στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ομιλίες πανεπιστημιακών δασκάλων και χορευτικές επιδείξεις Συλλόγων. Μάλιστα είχαμε προβλέψει και κομμάτι για την Ομοσπονδία, το οποίο δεν παρέλαβε κανείς, γιατί κανείς από το Δ.Σ. δεν ήρθε, ούτε έστειλε χαιρετισμό. Για την όμορφη αυτή εκδήλωση, κατηγορηθήκαμε κιόλας για διασπαστικές ενέργειες από το εκπεσόν Δ.Σ.
3. Την άνοιξη του 2008, ο Σύλλογος Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’, γιόρτασε τα γενέθλια των 100 χρόνων από την ίδρυσή του, με μία μεγάλη εκδήλωση στο μεγάλο συνεδριακό κέντρο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης ‘Ιωάννης Βελλίδης’. Οι προσκλήσεις εστάλησαν σε όλους, αλλά από το τότε εν ενεργεία ακόμη Δ.Σ., δεν παρέστη κανείς, ούτε κάν έστειλε ένα τηλεγράφημα χαιρετισμού. Προφανώς η Ομοσπονδία έχει πολλά μέλη που έχουν 100 χρόνια ζωής και θα θεωρήθηκε ασήμαντο θέμα. Δεν θα το σχολιάσω, διότι η μικροψυχία και η μιζέρια δεν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια.
4. Την άνοιξη του 2008 επίσης, ο Σύλλογος Βλάχων του νομού Σερρών εγκαινίασε ένα θαυμάσιο Λαογραφικό Μουσείο, το δικό του Μουσείο και έδρα, ένα κόσμημα της πόλης των Σερρών, το οποίο κατασκεύασε μόνος του εκ του μηδενός, με απίστευτη προσπάθεια και μόχθο. Στα εγκαίνια παρέστησαν Υπουργοί και φυσικά όλοι οι εκπρόσωποι της νομαρχιακής και τοπικής εξουσίας, καθώς και πολλοί αδελφοί Σύλλογοι. Οι μόνοι που δεν παρέστησαν και φυσικά ούτε έστειλαν μήνυμα χαιρετισμού, ήταν ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας. Προφανώς αυτό το κορυφαίο γεγονός θεωρήθηκε και αυτό ασήμαντο. Προφανώς επειδή δεν θα είχε κανένα αντίκρισμα σε προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις κάποιων, για τους οποίους φαίνεται ότι είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης της Ομοσπονδίας. Προφανώς βλέπουν την Ομοσπονδία μόνον ως ευκαιρία κοινωνικής αναγνωρισιμότητας και δήθεν καταξίωσης, είτε ως δεξαμενή ψήφων και εφαλτήριο για ενδεχόμενα άλματά τους στην πολιτική σκηνή της χώρας.
Δ. ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΕΝΕΞΕΙΣ
Τον Απρίλιο του 2008, εκδικάστηκαν στο Πρωτοδικείο Λαρίσης, μετά από αίτηση του κου Ξηροτύρη, Προέδρου του Συλλόγου Βλάχων Θράκης, τα προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα για τις παρατυπίες στις εκλογές του Νοεμβρίου 2007. Παρέστη φυσικά ο ίδιος και εγώ ως μάρτυς. Από την πλευρά του Δ.Σ. δεν παρέστη κανείς απολύτως, ούτε κάν ως μάρτυς, σαν να μην τους ενδιέφερε. Εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο κα Μπασδέκη, ενώ ως μάρτυς κατέθεσε ατυχώς η Πρόεδρος του Συλλόγου Αβδελλιωτών Τυρνάβου κα Μ. Τσιαλέρα, η οποία εκλήθη κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Η απόφαση -η 2622/08- του δικαστηρίου δημοσιεύτηκε με ημερομηνία 7/72008, και ως γνωστόν, ακύρωσε ως παράτυπη την όλη εκλογική διαδικασία, αναστέλλοντας τη λειτουργία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, μέχρι την τελική απόφαση της ακυρωτικής αγωγής. Έχει ενδιαφέρον πάντως το σημείο όπου η Πρωτοδίκης αναφέρει, διαβάζοντας τα πρακτικά του 2007, ότι επειδή επίκειται αναθεώρηση του καταστατικού (πού να ξέρει η καημένη ότι ούτε την ομόφωνη απόφαση της Γ.Σ. εκτέλεσαν), ένας επιπλέον λόγος έκπτωσης του Δ.Σ. είναι ότι πρέπει να έχει αναγνωρισμένη νομιμοποίηση και κύρος.
Η Ομοσπονδία έτσι βρέθηκε ακέφαλη και προφανώς υπήρχε ανάγκη για μία προσωρινή διοίκηση, έως ότου εκδικαστεί οριστικά και τελεσίδικα το θέμα. Το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο θα διευθετούσε τα τρέχοντα (αν και ουσιαστικά δεν υπάρχουν ούτε νοίκι, ούτε έξοδα συντήρησης έδρας, μιά που η Ομοσπονδία δεν κατάφερε να αποκτήσει μετά από 26 χρόνια ένα μόνιμο χώρο με διεύθυνση, τηλέφωνο και fax και μόνο κατ’ όνομα και συμβολικά έχει έδρα την Λάρισα). Ωστόσο θα έπρεπε να αποφασίσει και γιά την έδρα του Συμποσίου 2009 και για το Αντάμωμα 2009, πράγματα που ενδιαφέρουν όλα τα μέλη φυσικά, αλλά κυρίως τους εκπεσόντες.
Το καλοκαίρι η δικηγόρος μας εντόπισε ξαφνικά, ότι είχε κατατεθεί αίτηση στο δικαστήριο για ορισμό προσωρινού Δ.Σ. από την πλευρά των εκπεσόντων, οι οποίοι πρότειναν ως προσωρινό Δ.Σ., εκείνο του 2005, δηλαδή σχεδόν τα ίδια πρόσωπα (8 στα 11) που εξέπεσαν με εντολή δικαστηρίου, προς δόξαν της ευθιξίας και της δεοντολογίας. Σε αντιδιαστολή, από πλευράς μας και σε συνεννόηση με αρκετούς συλλόγους και πρόσωπα (περίπου 10 Σύλλογοι), προτάθηκαν ως προσωρινά μέλη του Δ.Σ. 11 πρόσωπα που είχαν παλαιότερα διατελέσει στη Διοίκηση της Ομοσπονδίας (πρόεδροι, αντιπρόεδροι, γενικοί γραμματείς κλπ.) και που θα μπορούσαν πράγματι να επαναφέρουν την ομαλότητα και την ηρεμία.
Φυσικά δεν διανοηθήκαμε να προτείναμε τους εαυτούς μας.
Η εξέταση των δύο προτάσεων στο Πρωτοδικείο Λαρίσης έγινε στις αρχές Νοεμβρίου 2008. Αυτή τη φορά ήταν παρόντα τα 8 μέλη του εκπεσόντος συμβουλίου, που στο μεταξύ, μετά την έκπτωσή τους, ώ του θαύματος και παρά τις ύβρεις που είχαν ανταλλάξει, αγαπήθηκαν μεταξύ τους, οι οποίοι επαναπρότειναν τον εαυτό τους ως προσωρινή διοίκηση.
Κατέθεσαν ένα υπόμνημα, εκ μέρους δήθεν 28 Συλλόγων, οι οποίοι πρότειναν να επανέλθει ως προσωρινό Δ.Σ. εκείνο του 2005. Στην αντιπαράθεση που έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου, (μάρτυρες ο κος Α. Παπατόλιας και εγώ), η δικηγόρος των εκπεσόντων, αντί να προσπαθήσει να προβάλει τις προσωπικότητες των προτεινομένων εκπεσόντων για να πείσει το δικαστήριο για τη χρησιμότητα και την επάρκειά τους, προσπάθησε (και μέσω υπομνήματος και προφορικά) να μειώσει τα πρόσωπα που προτείναμε εμείς. Έφτασαν σε βαθμό απίστευτα προκλητικό και χυδαίο, να χρησιμοποιήσουν ακόμη και έγγραφα με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα για τον κο Φ. Κιλιπίρη, με κατηγορίες που κατέπεσαν πάραυτα και παταγωδώς. Τους πήραν σβάρνα όλους με παραληρηματικό τρόπο, τον κο Κ. Αδάμ ως δήθεν υπεύθυνο των παρατυπιών, τους παλιούς προέδρους ως απόμαχους, ξεκομμένους και ανενεργούς πλέον, φυσικά εμένα από κεκτημένη ταχύτητα, μιά που δεν υπήρχε το όνομά μου στο προσωρινό Δ.Σ. και γενικώς τους πάντες πλην αυτών.
Μετά την θλιβερή εκείνη ημέρα, όπου συν τοις άλλοις κάποιος ακροατής ονόματι Τσούτσας, διατελέσας μάλιστα και Α/Πρόεδρος της Ομοσπονδίας, σχεδόν προπηλάκισε τον κο Ξηροτύρη και μας απείλησε αυτόν κι εμένα να μην τολμήσουμε να εμφανιστούμε στη Γ.Σ., η Ομοσπονδία ήταν σε αναμονή της απόφασης του Πρωτοδικείου για ορισμό προσωρινού Δ.Σ. Η απόφαση, η οποία εξεδόθη μετά από 3 μήνες, έλεγε το εξής εκπληκτικό και πρωτοφανές στα νομικά χρονικά :
Α) Ότι κανείς Σύλλογος από τους δήθεν 28 δεν είχε εξουσιοδοτήσει την δικηγόρο κα Μπασδέκη να τους εκπροσωπήσει. Προφανώς κάποιοι χρησιμοποιούν τους Συλλόγους εν αγνοία τους για να κάνουν τη δουλειά τους.
Β) Ότι μέχρι να εξουσιοδοτηθεί η κα Μπασδέκη από τους 28 Συλλόγους, δεν θα βγεί απόφαση
Φυσικά η δικηγόρος δεν εξουσιοδοτήθηκε ποτέ και έτσι η Ομοσπονδία έμεινε ακέφαλη, χωρίς προσωρινό Δ.Σ., εξ αιτίας του εμπαιγμού και των καμωμάτων των εκπεσόντων. Άρα καμία συνεννόηση ή απόφαση για το ετήσιο Συμπόσιο και το ετήσιο Αντάμωμα δεν μπορούσε να ληφθεί.
Σημειώνω εδώ, ότι δεν υπήρξε καμία επαφή, τηλεφωνική ή μη, από μεριάς του εκπεσόντος Προέδρου και όχι μόνον, προς τον κο Ξηροτύρη ή προς εμένα, έστω για να υπάρξει κάποιο συναινετικό φως στην όλη διένεξη. Ούτε από την επομένη των εκλογών, ούτε πριν την εκδίκαση των προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων, ούτε μετά από αυτήν που εξέπεσαν, ούτε μέχρι το δικαστήριο για προσωρινό Δ.Σ., που βγήκε άγονο.
Αμέσως μετά όμως, προφανώς από τον φόβο της απώλειας και της οριστικής εκδίκασης της αγωγής, ο κος Σακελάρης ήρθε σε τηλεφωνική επαφή και με μένα και με τον κο Ξηροτύρη και έγιναν 2 συναντήσεις στη Θεσσαλονίκη. Η 1η ήταν διερευνητική και η 2η σημαντικότερη, στις αρχές του 2009, όπου υπήρχε παρουσία και άλλων Προέδρων Συλλόγων. Συμμετείχαν οι κ.κ. Αδάμ, Σακελάρης, Ξηροτύρης, Λέντζιου, Λιάκος, Μουστάκας και εγώ. Ο κος Σακελάρης, αφού αποποιήθηκε των ευθυνών του για ό,τι συνέβη στα δικαστήρια, επικαλούμενος πλήρη άγνοια των ενεργειών των εκπεσόντων και της δικηγόρου του, ζήτησε από τον κο Ξηροτύρη να αποσύρει την αγωγή. Δεσμεύτηκε ότι αν συμβεί αυτό, θα συγκαλέσει αμέσως Γενική Καταστατική Αναθεωρητική Συνέλευση (εκείνη που αρνήθηκε να συγκαλέσει στις 16/3/2008, ως είχε υποχρέωση από την ομόφωνη απόφαση της Γ.Σ.), θα ολοκληρώσει τυπικά τη θητεία του και δεν θα ασχοληθεί ποτέ ξανά με τη διοίκηση της Ομοσπονδίας.
Ο κος Ξηροτύρης συμφώνησε, αρκεί τα μέλη του εκπεσόντος Δ.Σ. να υπέγραφαν μία επιστολή, όπου θα καταγράφονταν τα πραγματικά γεγονότα και οι ευθύνες και θα ζητούσαν συγγνώμη για όλες τις κακοήθεις ενέργειες, στις οποίες είχαν προβεί. Συμφωνήθηκε να συντάξει ο κος Αδάμ μία επιστολή και να την αποστείλει στους κους Σακελάρη και Ξηροτύρη, ώστε να κάνουν τις όποιες διορθώσεις-προσθήκες, έως ότου συμφωνήσουν σε κοινό κείμενο.