Τρίτη

Σκέψεις ενός δεκάχρονου…


Παρατηρήσεις

Από τον Δημήτρη Τσολακη

Αγαπητό μου Ημερολόγιο,
Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά! Αλλά δεν σου γράφω για αυτό… Σήμερα στενα-
χωρήθηκα πολύ…πάρα πολύ. Πέρασα τόσο ωραία αυτές τις μέρες! Γαλοπούλα, κρε-
ατόπιτα, οικογένεια, κάλαντα, το δώρο του Αϊ Βασίλη και όμως σήμερα η διάθεσή
μου χάλασε.
Το πρωί με πήρε τηλέφωνο ο Γιωργάκης να πάμε να παίξουμε. Ρώτησα τη μαμά,
με άφησε και τρέχοντας πήγα στη βεράντα, πήρα την μπάλα που μου έφερε ο Αϊ -
Βασίλης και κατέβηκα κάτω. Πρώτα πήγαμε να παίξουμε στο γυμνάσιο που είναι
κοντά στο σπίτι μου αλλά ήταν κλειστό. Μετά πήγαμε στο δικό μας το σχολείο, στο
δημοτικό αλλά και αυτό κλειστό. Συνεχίσαμε και πήγαμε και στο λύκειο που είναι
ακόμα πιο μακριά αλλά κλειστό. Απογοητευτήκαμε πολύ! Αλλά δεν το βάλαμε κάτω
πήγαμε και στο άλλο λύκειο που πήγαινε ο μεγάλος μου αδερφός, όχι λύκειο, κάτι
άλλο ΤΕΕ, ΤΕΛ, ΤΕΙ κάτι τέτοιο… Μέχρι να φτάσουμε κουραστήκαμε τόσο πολύ και
τελικά πήγαμε και εκεί τζάμπα, η αυλή και αυτού του σχολείου ήταν κλειστή.
Τουλάχιστον μία ώρα περπατάγαμε ψάχνοντας να βρούμε ένα χώρο για να παί-
ξουμε. Ο Γιωργάκης μου είπε να πάμε να παίξουμε στο μεγάλο πάρκο κοντά στο
σπίτι μας αλλά εκεί δεν μας αφήνουν να πάμε η μαμά και ο μπαμπάς. Πηγαίνουν
κακά παιδιά λέει η μαμά, ο μπαμπάς τα λέει και με κακές λέξεις. Ήταν όμως η τε-
λευταία μας επιλογή, δεν είχαμε κάπου αλλού να πάμε. Ξεκινήσαμε γρήγορα γρή-
γορα γιατί περνούσε η ώρα. Τι χαρά! Φτάσαμε στο πάρκο! Υπήρχε χώρος να παί-
ξουμε μπάλα. Επιτέλους θα παίζαμε με την καινούργια μου μπάλα που μου έφερε
ο Άγιος Βασίλης. Ξεκινάμε!!! Τρέχουμε, παίζουμε, βάζω δύο γκολ αλλά κατά λάθος
μου έφυγε η μπάλα και πετάχτηκε σε ένα παγκάκι που καθόταν ένας περίεργος κύ-
ριος. Έτρεξα αμέσως να την πάρω αλλά δεν μου την έδινε. Με έβρισε, με έφτυσε
και μετά πήρε την μπάλα και την πέταξε με δύναμη στο δρόμο και ΠΟΥΦ την πάτησε
ένα αυτοκίνητο.
Φύγαμε με τον Γιωργάκη τρέχοντας κατατρομαγμένοι! Εγώ ψιλό-έκλαιγα στο δρόμο
γιατί δεν ήξερα τι να πω στη μαμά. Φτάνω σπίτι, η μαμά στην πόρτα να ρωτάει γιατί
άργησα και που ήμουν, ο μπαμπάς να ρωτάει αν έχασα την μπάλα και γω να κλαίω.
Τους είπα ό,τι ακριβώς έγινε. Η μαμά νευρίασε που πήγαμε στο πάρκο, μου φώναζε
και έλεγε συνέχεια γιατί, γιατί, γιατί, ο μπαμπάς μου έλεγε πως δεν είμαι καλό παιδί
και πως για αυτό μου χάλασε αυτός ο «κύριος» την μπάλα γιατί είδε ο Άγιος Βασίλης
ότι τελικά δεν άξιζα το δώρο του. Τους εξηγούσα ότι δεν είχαμε πού αλλού να πάμε
να παίξουμε και μου έλεγαν τότε να γυρίζαμε πίσω και να μην παίζαμε. Εύκολο να
το λέει ο μπαμπάς αυτό. Γιατί έπαιζε ελεύθερος στο χωριό, σε μεγάλες αλάνες και
είχε πολλούς φίλους. Όχι σαν και μένα μόνο έναν!
Για αυτό δεν με καταλαβαίνουν…γιατί δεν ξέρουν πώς είναι να μην παίζει ένα παι-
δί…
Το κείμενο αυτό το έγραψα επηρεασμένος από μια παρέα μικρών παιδιών που
έπαιζαν ποδόσφαιρο στο πεζοδρόμιο, δίπλα σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, έξω
από ένα σχολείο της Λάρισας, επειδή πολύ απλά ήταν κλειστό και δεν μπορούσαν
να παίξουν στην αυλή του αλλά ούτε και κάπου αλλού. Έτσι θέλησα να μπω στην
ψυχολογία αυτών των παιδιών, των παιδιών των μπαλκονιών και να προσπαθήσω
να καταλάβουμε όλοι μας πώς περίπου νιώθουν το παιχνίδι πλέον, που τόσο σημαντικόείναι για την παιδική ηλικία…

* Ο Δημήτρης Τσολάκης είναι σπουδαστής στο 1ο ΙΕΚ Λάρισας στο τμήμα «Μουσικής Τεχνολογίας», ραδιοφωνικός παραγωγός στον «River 103.1» και συντάκτης στο μηνιαίο περιοδικό «must».

http://dimitristsolakis.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: